Κυριακή, 18 Φεβρουαρίου 2018

Γκουλιάρια, διονυσιακό έθιμο στο Παγγαίο




Ο θάνατος των βάκχων



Μέρες καρναβαλιού με πιάνει μια θλίψη, μια λαογραφική κατάθλιψη, για όσα έθιμα έσβησαν ανεπιστρεπτί και μια οργή για όσους συνέβαλαν στο χαμό τους.

Ορεινό χωριό στο Παγγαίο. Κάτοικοι 3.500. Όλη την περίοδο πριν την Καθαρά Δευτέρα ντυνόμασταν τα βράδια και μπαινοβγαίναμε στα γειτονικά σπίτια. Φορούσαμε τα παλιά μας ρούχα, τα παρτάλια μας. Την λέξη βεστιάριο κανείς δεν την ήξερε. Χτυπούσαμε τις πόρτες και κάναμε τρέλες ή σιωπούσαμε μέχρι να μας αναγνωρίσουν. Γέλια, πειράγματα, κεράσματα. Συνήθως όλοι μεταμφιέζονταν το αντίθετο φύλο ή κάποιον αναγνωρίσιμο τύπο. Ο καθένας ντυνόταν τον άλλο.

Την Καθαρά Δευτέρα το χωριό ήταν ξεσηκωμένο. Στην πλατεία θα γινόταν η αποθέωση του καρναβαλιού. Το θέαμα για χρόνια επαναλαμβανόμενο: Καλαμπούρια, προξενιά, γάμος, γεννητούρια, γλέντια. Και στο τέλος η μεγάλη πομπή: οι γυμνοί άνδρες, «τα γκουλιάρια». Όσοι ήταν πάνω από δεκαοχτώ χρονών μαζεύονταν σε ένα σπίτι στην άκρη του χωριού και εκεί, αφού μεθούσαν για τα καλά, γδυνόντουσαν και έβαφαν το κορμί τους με φούμο. Ύστερα τυλίγονταν με φύλα και κλαδιά, άρπαζαν τσουγκράνες και άλλα γεωργικά εργαλεία στα χέρια και- σχεδόν ολόγυμνοι- έτρεχαν στον κεντρικό δρόμο που οδηγούσε στην πλατεία αλαλάζοντας και πειράζοντας το πλήθος -κυρίως τις γυναίκες.

Διονυσιασμένοι, αρχέγονοι, αρχετυπικοί. Οι τελευταίοι Βάκχοι του Παγγαίου.

Αυτά ως το 1967. Ως τότε κράτησαν τα "γκουλιάρια" που θυμάμαι. Ο ερχομός της χούντας γέμισε τον κόσμο απαγορεύσεις. Τα σκοτεινά μας βράδια σκοτείνιασαν πιο πολύ. Τα «γκουλιάρια»έπαψαν να βγαίνουν στους δρόμους. Η τρέλα και το μεθύσι του παλιού εθίμου -που είχε διασωθεί αιώνες- έσβηνε άδοξα.

Το κακό που έκανε η στρατιωτική δικτατορία στην χώρα μας αντιστοιχεί με των ευνουχισμό των αγαλμάτων από τους χριστιανούς. Απέκοψε οριστικά τη σύγχρονη Ελλάδα από την τελετουργική παράδοση που δεν φοβόταν να ακουμπάει στις ρίζες του παγανισμού και των μύθων. Γέμισαν τότε οι δρόμοι μας κίβδηλα σύμβολα. Στις πλατείες παρέλαυνε ο καρνάβαλος της χούντας που- όταν δεν έβγαζε τα τανκς- αμολούσε τα «ένδοξα» καμουφλαρισμένα άρματα.

Βρέθηκα τσολιαδάκι σε άρμα-τρακτέρ να υποδύομαι τον μαθητή του Κρυφού σχολειού. Όλοι μας υποδυθήκαμε κάτι από την μεταμφιεσμένη δόξα της ελληνικής ιστορίας. Και κανείς δυστυχώς δεν μπορούσε να ξεσχίσει εκείνες τις κουρελιασμένες στολές. Όσο περνάνε τα χρόνια για μας που, απροστάτευτοι και ανημέρωτοι, μεγαλώσαμε στη θλίψη της επταετίας η οργή δε λέει να καταλαγιάσει.

Μεταπολίτευση. Το χωριό λιγοστεύει. Οι άνθρωποι φεύγουν στη Γερμανία και στις πόλεις. Την Καθαρά Δευτέρα βγαίνουν και πάλι οι άντρες πάνω στα τρακτέρ -όχι πια «γκουλιάρια»- και σατιρίζουν την διαρκώς μεταβαλλόμενη κοινωνία. Παντρεύονται ξανά, «οι γκαστρωμένες» γεννάνε κουνέλια και γάτες, όμως λείπει το κέφι και το ξέσπασμα. Οι καρνάβαλοι αμήχανοι να συλλάβουν την καινούργια ταυτότητα του έργου και τις απαιτήσεις της εποχής απομακρύνονται σκεφτικοί από την ορχήστρα. Αριστοφανικοί υποκριτές σε αγέλαστη κωμωδία. Σαν γραφικό μοιάζει το έθιμο, δεν ήταν παλιά έτσι...

Ταυτόχρονα με την εκκένωση της υπαίθρου τηλεοπτικές εικόνες εισβάλλουν στα σπίτια μας. Οι τηλεοράσεις αναλαμβάνουν να διασκεδάσουν τα πλήθη υποκαθιστώντας την πραγματικότητα. Τις Καθαροδευτέρες όλο και πιο δύσκολα γεμίζει η πλατεία.

Δεκαετία ενενήντα. 1700 κάτοικοι. Τελευταία δρώμενα. Πάνω στα τρακτέρ στήνονται «τηλεοπτικά στούντιο», η θεματολογία του καρνάβαλου είναι αποκλειστικά η τηλεόραση και τα καμώματά της. Σατιρίζονται κυρίως τα reality show. Ο μεθυσμένος βάκχος τρεκλίζει ως ξανθιά προξενήτρα, η περούκα του βάρος ασήκωτο, τα τακούνια σφίγγουν τα πόδια του, οι κόθορνοι μουχλιάζουν στις αποθήκες. Οι μικρότεροι δεν διαδέχονται τους προηγούμενους, ονειρεύονται τις πόλεις.

Το καρναβάλι σβήνει.

Έζησα το τέλος ενός εθίμου με την ίδια πίκρα που βίωσα το τέλος της παιδικής ηλικίας. Χωρίς να νοσταλγώ το παρελθόν, ξέρω πως κανείς δεν μπορεί να συγκρατήσει τη φθορά μιας εποχής. Ο καρνάβαλος άλλαζε όπως άλλαζε η χώρα και οι προσανατολισμοί της. Η σοβαροφάνεια διαδεχόταν τη σάτιρα, ενώ κανένα καινούργιο έθιμο δεν αντικαθιστούσε τα παλιά.

Tώρα στις μεγάλες πόλεις οργανώνονται φαντασμαγορικές παρελάσεις χωρίς τον αυθορμητισμό και καρναβαλισμό του παλιού δρώμενου. Τα πλήθη ξεχύνονται στους δρόμους χαιρετώντας τις κάμερες. Μόνον η τηλεόραση μπορεί πια να συντηρήσει τα «εκστασιασμένα» πλήθη, εκείνη τα δημιουργεί, εκείνη τα αναπαράγει ψηφιακά. Η τελετή υποχωρεί στην τηλεοπτικότητα.

Η Πάτρα και οι άλλες πόλεις, στα αδιαχώρητα στενάκια τους, διεκδικούν μια δεύτερη Disneyland, ένα φτιασιδωμένο Ρίο. Ώ, ρε γλέντια! που θα’ λεγε και ο Καραγκιόζης-βρωμερή καρικατούρα σκιερών εποχών...

Η διαπολιτισμικότητα του καρναβαλιού και η εμπορευματοποίησή του κατατροπώνει τον σάτυρο που κρύβεται μέσα μας αναζητώντας κάθε χρόνο τον απεγκλωβισμό του από το καταπιεσμένο σώμα. Ό, τι απομένει είναι ένα κενό, οι ανεκπλήρωτες επιθυμίες στις σκοτεινιασμένες περιοχές του υποσυνείδητου.

Μετατρέποντας σε show την ζωή μας σκοτώνουμε τον καρναβαλικό εαυτό μας. Ανίκανοι να ζήσουμε το έθιμο εθιζόμαστε στα υποκατάστατα. Η καλοφτιαγμένη μάσκα επιστρέφει ως πολύχρωμος εφιάλτης, χιονίζει φελιζόλ πάνω από την πόλη. Tα «γκουλιάρια» χορεύουν -full monty- σε αντιερωτικά τηλεοπτικά προγράμματα.

Κλεισμένοι στα σπίτια μας δεν πιστεύουμε ότι ο μασκαράς που χτυπάει την πόρτα μας δεν είναι ένας μεταμφιεσμένος εχθρός, ένας ξένος, ένας άλλος τελικά. Σφαλίζουμε την πόρτα και πέφτουμε για ύπνο-ανήσυχο.

Ονειρευόμαστε ότι κάπου, σε ένα έθιμο, κάποιοι γλεντάνε ακόμη. Πού άραγε;


Δημοσιεύτηκε στα ΝΕΑ (περιοδικό ΠΡΟΣΩΠΑ), Ιανουάριος 2001


Τρίτη, 13 Φεβρουαρίου 2018

Αφροδίτη/Αλούζα και το μυθιστόρημα.


 
Η συζήτηση στην Αίγυπτο συνεχίζεται μετά την παρουσίαση την Διεθνή Έκθεση του Καίρου της μετάφρασης στα αραβικά του μυθιστορήματος "Αλούζα χίλιοι κι ένας εραστές". Βεβαίως η συζήτηση επικεντρώνεται στο ιστορικό και πολιτικό πλαίσιο του βιβλίου και ειδικά στις αναφορές στην προ Ισλαμ κοινή λατρεία θεοτήτων στους αραβικούς λαούς και την Ελλάδα.. 
Ο καθηγητής λογοτεχνίας Μοχάμεντ Ραμαντάν εξηγεί αυτές τις κοινές λατρείες. Στο δημοσίευμά του υπάρχει ηχητικο υλικό και λινκς με δημοσιεύματα στον τύπο.  .  
 
 
للأسف عندي تجربة سيئة مع معظم التغطيات الصحفية للفعاليات الثقافية
على سبيل المثال الندوة التالية حصل لها تغطية من اليوم السابع شالوا فيها كلمة العزى من اسم الرواية وتغطية من جريدة معرض الكتاب كتبوا فيها على لساني كلام أنا قولت عكسه تمامًا

لكن التغطية اللي قامت بها أ/ حنان عقيل من أفضل التغطيات الصحفية وأكثرها إحترافية

أ/ حنان قرأت الرواية اللي جاية تحضر ندوة عنها، وسجلت الندوة صوتًا، ودونت ملاحظات، وتواصلت مع المشاركين... الكاتب اليوناني ثيوذوروس غريغورياذيس أثنى كتير على شغلها وقال إن الحوار اللي عملته معاه اترجم إنجليزي ويوناني ونقل منه معظم الصحفيين الأوروبيين بعد كده

-------------------------------------------------
دي مشاركتي في الندوة:

اقتران المعتقدات

تحدث المترجم محمد رمضان في البداية عن مكانة آلهة العزى في التاريخ العربي، ومحاولات التعتيم على تاريخ العرب ما قبل الإسلام في الكثير من الكتابات التاريخية. يوضح رمضان أن الحضارة القديمة شهدت ما يسمى بالاقتران، فكل شعب عندما يتأثر بحضارة أخرى يعيد تشكيل معبودات هذه الحضارة وفق حضارته ومعتقداته. وجاء هذا التداخل في الحضارة العربية منذ القرن الأول الميلادي بالتماس مع الحضارة اليونانية والرومانية أكثر لوجودها في بادية الشام. وهو ما يعزز فكرة أن الحضارة في الأساس إنسانية تتناقل أفكارها وفلسفاتها بين الشعوب.

تطرق رمضان إلى الحديث عن أهمية العُزى في التاريخ العربي باعتبارها جزءا من ثالوث مكة والمدينة المكّون من اللات والعزى ومناة، إذ كان يقال إن العزى كبيرتها واللات ومناة ابنتاها. من ثم ووفق هذه المعلومات التاريخية يظهر جيدا استيعاب الكاتب للثقافة العربية والتضمينات لقصة العزى والثالوث في رواية “العزى” وإعادة صياغتها بشكل حديث في الرواية.

تلاقح الحضارات

“العزى، ألف عاشق وعاشق” هي سيرة معكوسة لرواية “ألف ليلة وليلة” في التراث العربي، فبينما كان العمل الأخير يتناول رجلا يعشق كل ليلة امرأة، جاءت رواية “العزى” لتتحدث عن امرأة تلبستها روح العزى وبدأت تعشق الرجال وتستمد قوتها من امتصاص الذكور والمحيطين بها بثقافتهم وحضارتهم، حاملة شغفا بفكرة الاختلاف والمزج بين الحضارات والثقافات.

جانب آخر تعرض له المترجم في كلمته وهو قضية اللاجئين التي تطرقت إليها الرواية، ففي الواقع تعد اليونان المحطة الأولى للمهاجرين العرب، والتي ينطلقوا منها في ما بعد إلى بلاد أفضل في الحالة الاقتصادية، ولكن هناك أحياء كاملة تتكون من عرب في اليونان، وجاءت قصة اللاجئين في الصورة الخلفية للأحداث داخل الرواية التي نجحت في نقل الفارق بين فخامة المنزل عند ناتاشا وفقر بيوت اللاجئين.

-------------------------------------------------
رابط الحوار مع الكاتب في مجلة الجديد
https://goo.gl/aT8QTm

رابط التغطية الصحفية للندوة في صحيفة العرب
https://goo.gl/VyxMYV

رابط التسجيل الصوتي للندوة
https://goo.gl/6NGPkB

-------------------------------------------------

ندوة الحضارة العربية في الرواية اليونانية
مناقشة رواية #العزى ألف عاشق وعاشق

مؤسسة الثقافة اليونانية - فرع الاسكندرية
#المائدة_المستديرة #معرض_الكتاب

Σάββατο, 10 Φεβρουαρίου 2018

William Faulkner, The Art of Fiction


INTERVIEWER
How about yourself as a writer?
FAULKNER
If I had not existed, someone else would have written me, Hemingway, Dostoyevsky, all of us. Proof of that is that there are about three candidates for the authorship of Shakespeare’s plays. But what is important is Hamlet and A Midsummer Night’s Dream, not who wrote them, but that somebody did. The artist is of no importance. Only what he creates is important, since there is nothing new to be said. Shakespeare, Balzac, Homer have all written about the same things, and if they had lived one thousand or two thousand years longer, the publishers wouldn’t have needed anyone since.
INTERVIEWER
But even if there seems nothing more to be said, isn’t perhaps the individuality of the writer important?
FAULKNER
Very important to himself. Everybody else should be too busy with the work to care about the individuality.
INTERVIEWER
And your contemporaries?
FAULKNER
All of us failed to match our dream of perfection. So I rate us on the basis of our splendid failure to do the impossible. In my opinion, if I could write all my work again, I am convinced that I would do it better, which is the healthiest condition for an artist. That’s why he keeps on working, trying again; he believes each time that this time he will do it, bring it off. Of course he won’t, which is why this condition is healthy. Once he did it, once he matched the work to the image, the dream, nothing would remain but to cut his throat, jump off the other side of that pinnacle of perfection into suicide. I’m a failed poet. Maybe every novelist wants to write poetry first, finds he can’t, and then tries the short story, which is the most demanding form after poetry. And, failing at that, only then does he take up novel writing.
INTERVIEWER
Is there any possible formula to follow in order to be a good novelist?
FAULKNER
Ninety-nine percent talent ... ninety-nine percent discipline ... ninety-nine percent work. He must never be satisfied with what he does. It never is as good as it can be done. Always dream and shoot higher than you know you can do. Don’t bother just to be better than your contemporaries or predecessors. Try to be better than yourself. An artist is a creature driven by demons. He don’t know why they choose him and he’s usually too busy to wonder why. He is completely amoral in that he will rob, borrow, beg, or steal from anybody and everybody to get the work done.
INTERVIEWER
Do you mean the writer should be completely ruthless?
FAULKNER
The writer’s only responsibility is to his art. He will be completely ruthless if he is a good one. He has a dream. It anguishes him so much he must get rid of it. He has no peace until then. Everything goes by the board: honor, pride, decency, security, happiness, all, to get the book written. If a writer has to rob his mother, he will not hesitate; the “Ode on a Grecian Urn” is worth any number of old ladies.
INTERVIEWER
Then could the lack of security, happiness, honor, be an important factor in the artist’s creativity?
FAULKNER
No. They are important only to his peace and contentment, and art has no concern with peace and contentment.
INTERVIEWER
Then what would be the best environment for a writer?
FAULKNER
Art is not concerned with environment either; it doesn’t care where it is. If you mean me, the best job that was ever offered to me was to become a landlord in a brothel. In my opinion it’s the perfect milieu for an artist to work in. It gives him perfect economic freedom; he’s free of fear and hunger; he has a roof over his head and nothing whatever to do except keep a few simple accounts and to go once every month and pay off the local police. The place is quiet during the morning hours, which is the best time of the day to work. There’s enough social life in the evening, if he wishes to participate, to keep him from being bored; it gives him a certain standing in his society; he has nothing to do because the madam keeps the books; all the inmates of the house are females and would defer to him and call him “sir.” All the bootleggers in the neighborhood would call him “sir.” And he could call the police by their first names.
So the only environment the artist needs is whatever peace, whatever solitude, and whatever pleasure he can get at not too high a cost. All the wrong environment will do is run his blood pressure up; he will spend more time being frustrated or outraged. My own experience has been that the tools I need for my trade are paper, tobacco, food, and a little whiskey.

Πέμπτη, 1 Φεβρουαρίου 2018

Αλούζα στα αραβικά-πώς μεταφράστηκε


Το μυθιστόρημα "Αλούζα χίλιοι κι ένας εραστές" κυκλοφόρησε το 2005 από τις εκδόσεις ΠΑΤΑΚΗ.
Με αφορμή μια γυναίκα με ελληνική και αραβική καταγωγή εστίαζε στην προσωπική της ζωή, στα ταξίδια της στα λιμάνια της Μεσογείου και στην ανατολή. Συντροφιά της μια παρέα Αράβων, Ευρωπαίων ιστορικών καβαφιστών, οριενταλιστών.

Στο μυθιστόρημα από τη μία εστίαζε στην "ανατολή" της Αθήνας με τις νέες αφίξεις των προσφύγων και από την άλλη στις σχέσεις της Ελλάδας με τον αραβικό κόσμο, κυρίως πριν την εποχή του Ισλάμ. Είχα κάνει σοβαρή έρευνα ώστε να μπορέσω να περάσω τα στοιχεία αυτά εντάσσοντάς τα στη μυθοπλασία και όχι σαν ιστορικά ή πραγματολογικά παραθέματα.
Το μυθιστόρημα διαβάστηκε εδώ με εκδοτική επιτυχία, γράφτηκαν κριτικές που εστίαζαν στην "αραβοποίηση" της Αθήνας (Roula Georgakopoulou θυμάμαι είχε γράψει στα ΝΕΑ... Ελένη Γκίκα στο ΕΘΝΟΣ, Elena Chouzouri στην Ελευθεροτυπία, Δημήτρης Κόκορης στην Κυριακάτικη Αυγή, George Veis στην Καθημερινή, Laurie Kezas ΒΗΜΑ, συνέντευξη στην Athens Voice)


Λίγα χρόνια έφτασε τυχαία στα χέρια του ελληνιστή καθηγητή και μεταφραστή Χάλεντ Ράουφ που το πρότεινε στο Κέντρο Μετάφρασης του Υπουργείου Πολιτισμού του Καίρου. Πήρε τρία χρόνια η μετάφραση και η έκδοση που ήταν απόλυτα δική τους επιλογή.
Το βιβλίο το 2017 έγινε δεκτό με μεγάλο ενθουσιασμό στην Αίγυπτο-σε πρώτη φάση. Αυτό που "ανακάλυπταν" ήταν τα αποσιωποιημένα ιστορικά στοιχεία της προ-Ισμάλ περιόδου της δικής τους ιστορίας. Οι κοινές θεότητες Αφροδίτη (Αλούζα) κ.α.
Στην παρουσίαση δύο καθηγητές πανεπιστημίου είπανε ότι είχα καλές πηγές και παρουσίασαν κι εκείνοι τις δικές τους.

Πράγματι είχε γραφτεί ένα βιβλίο για την Θεά Αφροδίτη που είχε απαγορευτεί επί Ισλάμ και κάποια στιγμή υπήρχε ένα μόνο αντίτυπό του (αυτό κι αν δεν είναι ένα ακόμη μυθιστορηματικό στοιχείο).
Ήδη καθηγητές και εκδότες από άλλες αραβικές χώρες έδειξαν ενδιαφέρον για το μυθιστόρημα.

Το βιβλίο αραβικό και ελληνικό μαζί υπήρχε στο ελληνικό περίπτερο στην 49η Διεθνή Έκθεση του Καίρου στην οποία προσκλήθηκα από το Ελληνικό Ίδρυμα Πολιτισμού που μαζί με το παράρτημα του Ιδρύματος της Αλεξάνδρειας οργανώθηκε η παρουσίαση του βιβλίου στην Έκθεση και στο Ελληνικό Κέντρο Πολιτισμού του Καίρου.
Να λοιπόν που ένα μυθιστόρημα που ενώ νομίζαμε ότι εκδοτικά έκανε τον κύκλο του ανοίγει έναν μεγαλύτερο σε άλλες χώρες.

Δευτέρα, 22 Ιανουαρίου 2018

Στο Κάιρο στην 49η Έκθεση Βιβλίου

Στο Κάιρο, στην 49η Έκθεση Βιβλίου, για την μετάφραση του μυθιστορήματος "Αλούζα χίλιοι κι ένας εραστές" στα αραβικά.


#دعوة_عامة
ضمن فعاليات #ملتقى_الشباب في #معرض_القاهرة_الدولي_للكتاب
سيتم عقد مائدة مستديرة بعنوان:
الحضارة العربية في الرواية اليونانية
وذلك لمناقشة رواية: #العزى، ألف عاشق وعاشق
التي صدرت ترجمتها العربية عن #المركز_القومي_للترجمة

يشارك في المناقشة كلا من:
الكاتب اليوناني/ ثيوذوروس غريغورياذيس - مؤلف الرواية
د. خالد رؤوف - مترجم الرواية
د. خيري دومة - أستاذ الأدب والنقد
ستافرولا سبانوذي - مديرة مؤسسة الثقافة اليونانية
محمد رمضان حسين - كاتب ومترجم
يوم الأحد 28 يناير 2018
الساعة 11 صباحًا
بقاعة محمد أبو المجد
------------------------------------------------
ΕΛΛΗΝΙΚΟ ΙΔΡΥΜΑ ΠΟΛΙΤΙΣΜΟΥ
Παράλληλες Εκδηλώσεις 49ης Έκθεσης Βιβλίου Καϊρου
27/1 - 10/2 /2018
Κυριακή 28 Ιανουρίου 2018
ώρα: 11-1 μμ
Θέμα «Ο αραβικός πολιτισμός στο ελληνικό μυθιστόρημα
- Αλούζα, χίλοι και ένας εραστές»
Συμμετέχοντες :
- Θεόδωρος Γρηγοριάδης, συγγραφέας
– Χάλεντ Ραούφ, Μεταφραστής
- Dr. Khairy Doma, κριτικός και διευθ. Εκδόσεωv Εθνικού Κέντρου Μετάφρασης
- Σ. Σπανούδη, Διευθ .Ε.Ι.Π –Παράρτημα Αλεξανδρείας
- Μ. Ramadan Hussein, Μεταφραστής& κριτικό




Το ελληνικό μυθιστόρημα κυκλοφόρησε το 2005 από τις εκδόσεις ΠΑΤΑΚΗ.
Στα αραβικά το μετέφρασε ο καθηγητής Χάλεντ Ραούφ, ελληνιστής και μεταφραστής της ελληνικής λογοτεχνίας.




Στην δεύτερη εκδήλωση στο Ελληνικό Πολιτιστικό Κέντρο Καίρου θα γίνει η παρουσίαση της τριλογίας του Παρτάλι. Με εισηγητή τον διευθυντή του κέντρου Χρίστο Παπαδόπουλο.



Σάββατο, 13 Ιανουαρίου 2018

Συνέντευξη monopoli.gr

Θοδωρής Γρηγοριάδης: Με το Κρατικό Βραβείο Μυθιστορήματος κλείνει ένας κύκλος

Ιανουάριος 12, 2018
Λίγες μέρες μετά την απονομή του Κρατικού Βραβείου Μυθιστορήματος στον Θοδωρή Γρηγοριάδη ("Ζωή Μεθόρια", εκδόσεις Πατάκης, 2015) συναντήσαμε τον συγγραφέα, άνθρωπο ταπεινό και με έμφυτη ευγένεια, στο σπίτι του και είχαμε μαζί του μια εκτενή συζήτηση για τις δικές του στιγμές αλλά και για πολλά και διάφορα ακόμα, όπως τη λογοτεχνία και την παραλογοτεχνία, το θέατρο, τα best sellers, τα βραβεία, τα social media.
    Θοδωρής Γρηγοριάδης: Με το Κρατικό Βραβείο Μυθιστορήματος κλείνει ένας κύκλος


    Τι είναι για σας η συγγραφή;
    Υπάρχω μαζί με αυτό το πράγμα εδώ και πολλά χρόνια. Από τότε που ξεκίνησα να διαβάζω λογοτεχνία, από 13 ετών περίπου παιδί, σε ένα αγροτικό περιβάλλον, ξαφνικά άρχισα πέρα από τις προσωπικές ανησυχίες να με απασχολούν και οι πολιτιστικές, λόγου χάρη με ενδιέφεραν πολύ τα βιβλία, το σινεμά που υπήρχε στο χωριό. Μαζί με το διάβασμα ξεκίνησα να γράφω, περιέγραφα αρχικά και μετά κατάλαβα ότι ήταν ένας τρόπος να εκφράζομαι. Αυτό με οδήγησε σε μια καθημερινότητα. Εδώ θέλω να κάνω τη διάκριση ανάμεσα στη συγγραφή σε επαγγελματικό επίπεδο και τη συγγραφή ως ανάγκη, στη δεύτερη περιλαμβάνω και όσα δεν εκδίδονται. Η συγγραφή που οδηγεί στον επαγγελματία συγγραφέα ξεκίνησε το 1990 αλλά η συγγραφή ως προσωπική ανάγκη, ενσωματωμένη μέσα μου, υπήρχε σχεδόν από παιδί και δε συμφωνώ ότι πρέπει να ταυτίζεται με τον όρο ταλέντο αλλά είναι ένας τρόπος έκφρασης, όπως κάποιος για παράδειγμα θα έπαιζε κιθάρα, θα έκανε ένα άθλημα, είναι δηλαδή κάτι που βιώνεται.

    Μου δίνετε μια ωραία ευκαιρία να σας ρωτήσω λοιπόν αν πιστεύετε ότι η συγγραφή είναι κάτι που διδάσκεται, βλέπουμε να οργανώνονται τόσα σεμινάρια δημιουργικής γραφής σήμερα σχεδόν από παντού.
    Τα σεμινάρια αυτά θα μπορούσαν πρακτικά να συμβουλεύσουν, σίγουρα όμως δεν μπορούν να φτιάξουν έναν συγγραφέα. Αν δε το χεις δηλαδή στην πραγματικότητα θα γράψεις κάποια πράγματα αλλά αυτό δε θα συνεχιστεί πολύ. Εγώ επειδή υπήρξα και δάσκαλος στα σχολεία πιστεύω στη διδασκαλία αλλά περισσότερο ως έμπνευση, ως καθοδήγηση και όχι με την έννοια ότι μεταδίδεις κάτι το πολύ σημαντικό. Ένας καλός δάσκαλος μπορεί να δείξει κάποιους “κανόνες”, να γίνει μεσολαβητής σε αυτό που είναι η πραγματική λογοτεχνία.


    Ποιο ήταν το έναυσμα που σας ώθησε να ασχοληθείτε επαγγελματικά με τη λογοτεχνία;
    Τα πρώτα μου εφηβικά, ημερολογιακού τύπου, γραψίματα με οδήγησαν στο πανεπιστήμιο να διαβάζω πιο υποψιασμένα τη λογοτεχνία και την ανάγκη να “μιμηθώ” κάποιους συγγραφείς. Θυμάμαι ότι όταν είχα διαβάσει τα διηγήματα του Ιωάννου ξεκίνησα να γράφω και εγώ κάποια μικρά διηγήματα προσπαθώντας να βρω το ύφος μου μέσα από την πρωτοπρόσωπη αφήγηση. Μετά με τις σπουδές μου στην ξένη λογοτεχνία κατάλαβα ότι τα πράγματα είναι πιο σπουδαία και πιο μεγάλα, εκεί ήρθα αντιμέτωπος με την κλασική λογοτεχνία αλλά και τη μοντέρνα. Άρχισα να οργανώνω λοιπόν μεγαλύτερες φόρμες αλλά πάντα μέσα από τα δικά μου βιώματα, δεν προσπαθούσα να μιμηθώ ένα διαφορετικό ξένο περιβάλλον. Κάπως έτσι προέκυψαν κάποιες μικρές νουβέλες τις οποίες καταχώνιασα. Μετά στη θητεία μου στο Ναυτικό συνέχισα να γράφω κρυφά στο καράβι και εκεί έγραψα το πρώτο μου οργανωμένο μυθιστόρημα το οποίο δεν βγήκε ποτέ. Στα μέσα της δεκαετίας του 80 έστειλα κάποια διηγήματα σε τοπικά περιοδικά -εδώ θέλω να τονίσω τη σημασία των λογοτεχνικών περιοδικών σαν ένα στάδιο μετάβασης-. Στα τέλη του 80 λοιπόν έχοντας γράψει ένα μυθιστόρημα, τη «Φανή», ένας φίλος στην Αθήνα, που ήξερε ότι έγραφα, έστειλε το χειρόγραφο στη Βαγενά, της άρεσε και γυρίστηκε τηλεταινία για την ΕΡΤ με εκείνη πρωταγωνίστρια. Στη συνέχεια έγραψα τους «Κρυμμένους Ανθρώπους» με την εμπειρία μου ως δάσκαλος στα μειονοτικά χωριά της Θράκης και αποφάσισα να το βάλω στη βαλίτσα μου και να κατέβω στην Αθήνα με την προοπτική ότι θέλω να κάνω κάτι διαφορετικό από το να είμαι μόνο ένας καθηγητής Αγγλικών. Και έβαλα το στοίχημα ότι αν δεν καταφέρω κάτι άλλο θα γυρίσω πίσω στην καθημερινότητά μου, στο βορειοελλαδίτικο κλίμα που μυθοποιώ και μέσα στα κείμενα μου και δεν ήθελα, ούτε θέλω να το χάσω.


    thodoris grigoriadis2


    Έτσι λοιπόν προέκυψε και η άφιξη στην πρωτεύουσα;
    Ακριβώς! Η Αθήνα προέκυψε μέσα από μια εσωτερική μετακίνηση. Έλεγα μάλιστα σαν αστείο ότι ήμουν ένας πολιτιστικός μετανάστης.




    Οι ήρωες μου είναι ανασφαλείς, καταπιεσμένοι, ομοφυλόφιλοι. Με ενδιαφέρουν αυτοί οι άνθρωποι, όχι μια ουμανιστική καλοσύνη. 



    Από πού προκύπτει η έμπνευση των ηρώων σας;
    Καλύπτω τις προσωπικές μου ανησυχίες αλλά δεν αγνοώ ότι θα διαβαστούν. Ως συγγραφέας έχω και κάποια όρια σε σχέση με το αναγνωστικό κοινό και τον εκδότη ακόμη, αν και αυτό δεν το ομολογούν εύκολα όλοι. Έχω στο μυαλό μου τι θα παραδώσω στον κόσμο, δεν παραδίδω τα ημερολόγια μου αλλά ένα συγκεκριμένο κείμενο που έχει σχέση με τον κόσμο που παρατηρώ γύρω μου, τίποτα που δεν είναι πέρα από μένα. Για αυτό και οι ιστορίες μου είναι βορειοελλαδίτικες, οι ήρωες μου άτομα με αγροτική προέλευση, μικροαστοί, άνθρωποι που ξέρω, καθηγήτριες, υπαρκτές καταστάσεις. Με ενδιαφέρει να μεταφέρω τις δικές μου εποχές και μέσα από αυτές τις μνήμες να υπάρχει και η εξήγηση αυτών. Εκεί έχω βάλει ένα προσωπικό φίλτρο. Έτσι οι ήρωες μου είναι ανασφαλείς, καταπιεσμένοι, ομοφυλόφιλοι, με ενδιαφέρουν αυτοί οι άνθρωποι, όχι μια ουμανιστική καλοσύνη. Και θέλω ακόμα οι χαρακτήρες μου να είναι διδακτικοί, δε θα βρεις για παράδειγμα στις σελίδες μου έναν καλό φασίστα ή έναν φανατικό χριστιανό.


    Από το σύνολο των βιβλίων σας υπάρχει κάποιο που ξεχωρίζετε;
    Με την κλασική απάντηση θα απαντούσα ότι όλα είναι παιδιά μου, αλλά μερικές φορές χαίρεσαι που ένα από αυτά ξεχώρισε και έκανε κάτι παραπάνω, κάτι περισσότερο. Την μεγάλη ρήξη λοιπόν σε ό,τι έκανα ως τότε την έφερε «Το Παρτάλι», ένα βιβλίο με μεγάλη στροφή θεματολογική, υφολογική αλλά και προσωπική. Ήταν ένα βιβλίο απελευθέρωσης από τις παλιές φόρμες γραφής. Εκεί συνέβησαν πράγματα οριακά, ήρθαν τα πάνω κάτω στον τρόπο που σκεφτόμουν και έγραφα. Περιέγραφα το δικό μου πέρασμα σε μια άλλη εποχή ως φοιτητής στη Θεσσαλονίκη με την πτώση της χούντας, τη μεταπολίτευση, κοσμογονικές αλλαγές, ήταν μια προσωπική και γενική απελευθέρωση. Είναι πολύ αυτοβιογραφικό και από την άλλη αποτελεί δεξαμενή για χαρακτήρες που πήρα και για άλλα έργα μου στη συνέχεια.


    Η σχέση σας με το αναγνωστικό κοινό έχει διαφοροποιηθεί μέσα στα χρόνια;
    Βέβαια, έχει αλλάξει. Βγήκα σε μια εποχή που δεν υπήρχε ενημέρωση, διαδίκτυο, η πληθώρα των καναλιών και των θεάτρων. Τότε ο κόσμος διάβαζε πιο πολύ. Μπορώ να πω ότι για αυτό ήμουν τυχερός, γιατί το κοινό με γνώρισε και με αγάπησε και αυτό ήταν καλό. Μετά άρχισα να κάνω τις δικές μου στροφές, “δυσκολεύοντας” τα θέματά μου, δεν συνέχισα την πεπατημένη, έκανα βουτιές. Άλλοι αναγνώστες έφευγαν, άλλοι έρχονταν, δεν ήμουν τόσο αυτονόητος ως συγγραφέας. Υπάρχει όμως και μια πιστή ομάδα που σε κρατάει και αυτό είναι πολύ σημαντικό.


    Θυμάστε κάποια ιδιαίτερη στιγμή στα πλαίσια της συγγραφικής σας πορείας;
    Πριν από τρία χρόνια από τον Θοδωρή Γκόνη μου ζητήθηκε να γράψω έναν μονόλογο για το Φεστιβάλ των Φιλίππων που θα αναφέρεται σε έναν αγγελιοφόρο, σύγχρονο ή αρχαίο. Αυτό λοιπόν ανέβηκε εκεί, στο αρχαίο θέατρο, η παράσταση λεγόταν «Οι επτά άγγελοι των Φιλίππων» και ήταν αρχαία κείμενα που σχετίζονταν με τον χώρο. Αυτή, μαζί με την έκδοση του πρώτου μου βιβλίου, ήταν η πιο συγκινητική στιγμή για μένα. Ένα δικό μου κείμενο να παίρνει σάρκα και οστά και να παίζεται σε έναν χώρο με τον οποίο ήμουν πολύ συνδεδεμένος. Από παιδί πήγαινα σε αυτό το θέατρο γιατί ήταν απέναντι από το χωριό και μάλιστα ενώ δεν είχα δει αυτό που λέμε κανονικό θέατρο είχα δει πολύ αρχαίο θέατρο.




    Υπάρχει μια χρήση της λογοτεχνίας στο θέατρο αλλά δεν είναι αμφίδρομη, οι θεατράνθρωποι δεν είναι ενημερωμένοι για το παρόν λογοτεχνικό γίγνεσθαι


    Μιας και ήρθαμε στα θεατρικά λημέρια ποια είναι η άποψη σας για το γεγονός ότι όλο και περισσότερες παραστάσεις που ανεβαίνουν σήμερα διασκευάζουν λογοτεχνικά έργα;
    Χαίρομαι με αυτό και θα χαιρόμουν περισσότερο αν οι θεατές διάβαζαν κιόλας τα αντίστοιχα κείμενα. Μου κάνει όμως εντύπωση που μερικές φορές κάποιες ομάδες καταφεύγουν σε κείμενα λίγο ανούσια. Και τολμώ να πω ότι πιάνω λίγο αδιάβαστους με τη σύγχρονη λογοτεχνία τους συντελεστές του θεάτρου. Εννοώ ότι δεν πρέπει μόνο να εκπλήσσεσαι σήμερα με έναν συγγραφέα που ήταν πριν από 80 χρόνια, θα πρέπει να έχεις την τόλμη και το ρίσκο να βρεις και τον συγγραφέα της εποχής σου, όχι να τον αφήσεις για τρεις γενιές μετά. Αυτό είναι συνέπεια του μη διαβάσματος. Υπάρχει λοιπόν μια χρήση της λογοτεχνίας στο θέατρο αλλά δεν είναι αμφίδρομη, οι θεατράνθρωποι δεν είναι ενημερωμένοι για το παρόν λογοτεχνικό γίγνεσθαι.


    Πιστεύετε στην έννοια του best seller; Σας απασχολούν οι πωλήσεις των βιβλίων σας;
    Αρχικά δεν ήξερα τι σημαίνει αυτό. Όταν το 93 μου έλεγε ενθουσιασμένη η Κάτια Λεμπέση στον Κέδρο ότι ο «Ναύτης» κάνει τη μια έκδοση μετά την άλλη είχα τρομάξει. Το best seller σημαίνει περισσότεροι αναγνώστες, κάποια εποχή μια οικονομική ενίσχυση. Βέβαια το κοινό των best sellers δεν είναι ποτέ πιστό, έχει προστεθεί για κάποιους λόγους. Έτσι και εγώ συνεχίζω την πορεία μου και οι αναγνώστες τη δική τους και μπορεί να συμπέσουμε ή να μην συμπέσουμε. Εγώ δεν είχα το άγχος ένα βιβλίο να μου αποφέρει ένα συγκεκριμένο ποσό γιατί ήμουν και καθηγητής του Δημοσίου, μπορούσα να καλύπτω τα πάγια μου. Καταλαβαίνω ωστόσο πολύ καλά τι σημαίνει να ζεις μόνο από τα βιβλία. Στον χώρο της λογοτεχνίας και όχι της παραλογοτεχνίας ελάχιστοι το πέτυχαν αυτό, αναφέρω ενδεικτικά τον Ξανθούλη, τη Ζατέλη, τη Φακίνου, τον Βασιλικό και τον Κουμανταρέα κάποια στιγμή.




    Για μένα η λογοτεχνία είναι ένα κείμενο που με το χέρι στην καρδιά θα έλεγες ότι με αυτό το παιδί μου μπορεί να μάθει ελληνικά στο σχολείο ή να έχει μια διαφορετική αντίληψη για τον κόσμο



    Με αφορμή το προηγούμενο σχόλιο σας πιστεύετε ότι πρέπει να γίνεται διάκριση ανάμεσα στη λογοτεχνία και την παραλογοτεχνία; Υπάρχουν κάποια κριτήρια που τοποθετούν ένα έργο στον έναν ή τον άλλο χώρο;
    Αυτό είναι υπόθεση της ιστορίας της λογοτεχνίας που αυτοπροσδιορίζεται συνεχώς από συγγραφείς που ο ένας συνεχίζει τους άλλους. Αν ανοίξεις ένα βιβλίο αναβλύζει από την πρώτη σελίδα τι είναι λογοτεχνία, όπως στο θέατρο και στο σινεμά που καταλαβαίνεις γρήγορα αν αξίζει αυτό που βλέπεις. Η λογοτεχνία φαίνεται στο τι έχεις διαβάσει από πίσω, στο τι σκοπούς βάζεις στη γραφή σου και αυτό το καταλαβαίνει ο αναγνώστης, βλέπει τη γλώσσα, το ύφος, τον τόνο, το λεξιλόγιο, τις προθέσεις, το πώς προχωράει, είναι εκατοντάδες πράγματα αυτά που φτιάχνουν ένα λογοτεχνικό κείμενο και είναι φανερά. Στην Ευρώπη και στην Αμερική το έχουν λύσει το θέμα, λένε general fiction και literature. Αν κάποιος απλά βγάζει ένα βιβλίο που ξεπουλάει παντού και έχει κοινό που το διαβάζει χαλάλι του και αυτός συγγραφέας είναι, αλλά όχι με τον όρο του λογοτέχνη όπως τον ξέρουμε. Για αυτό και βρίσκω ευφυή τον παραπάνω διαχωρισμό σε λογοτεχνία και γενική μυθοπλασία. Στους New York Times, στα ευπώληπτα, υπάρχει αυτή η διάκριση γιατί διαφορετικά δε θα φαινόταν ποτέ το όνομα του Φίλιπ Ροθ παρά μόνο εκείνο της Νόρας Ρόμπερτς. Για μένα λοιπόν η λογοτεχνία είναι ένα κείμενο που με το χέρι στην καρδιά θα έλεγες ότι με αυτό το παιδί μου μπορεί να μάθει ελληνικά στο σχολείο ή να έχει μια διαφορετική αντίληψη για τον κόσμο. Για αυτό πιστεύω ότι στο σχολείο πρέπει να μπαίνουν περισσότερο σύγχρονα λογοτεχνικά κείμενα. Είναι ο μόνος χώρος μαζί με το πανεπιστήμιο που μπορούν με τις γνώσεις που προσφέρουν να αποκαταστήσουν αυτό που λέγεται σύγχρονη ελληνική λογοτεχνία. Και είναι καλό που τώρα τελευταία υπάρχει μια ευρύτερη αποδοχή και των ζώντων συγγραφέων.


    thodoris grigoriadis3


    Πόσο εύκολο ή δύσκολο θεωρείτε ότι είναι σήμερα να ασχολείται κανείς με τη συγγραφή;
    Είναι δύσκολο γιατί υπάρχουν χιλιάδες πειρασμοί γύρω μας. Γράφεις για δύο λόγους, ή γιατί σε τρώει ή γιατί θέλεις να κάνεις το κομμάτι σου και το πορτοφόλι σου. Βέβαια σε μια χώρα μικρή, όπως η Ελλάδα, η αγορά είναι περιορισμένη, το κομμάτι σου μπορείς να το κάνεις σε παρέες, στο facebook, εκεί να πουλήσεις λίγο μούρη συγγραφική.


    Κατά συνέπεια θεωρείτε ότι η λογοτεχνία και τα social media, το facebook λόγου χάρη, δεν μπορούν να συνταιριάζουν;
    Σε ένα μικρό διαφημιστικό επίπεδο μπορούν ίσως, αλλά ως εκεί. Ξέρω συγγραφείς που έχουν 5000 φίλους, διπλό προφίλ στο facebook και δεν έχουν μισή έκδοση. Το facebook είναι μια προσωπική αυταπάτη παρά μια κοινωνική επιβεβαίωση. Σχεδόν κανείς δεν είναι αληθινός εκεί. Εμένα αυτό δε με ενδιαφέρει. Γράφω 30 χρόνια και υπάρχουν άνθρωποι που δε με ξέρουν, δε με έχουν αντικρύσει ποτέ. Ποτέ δεν πίστευα ότι ο συγγραφέας είναι το κορμί του και η φάτσα του. Ακόμα και τώρα που μιλάμε δεν είμαι ο Θόδωρος Γρηγοριάδης, είμαι ο συγγραφέας persona του Θόδωρου Γρηγοριάδη, είναι μια διαμεσολάβηση για να μιλήσω για το έργο μου. Αυτό το μπερδεύουν μερικοί συγγραφείς και στην ουσία πουλάνε τον εαυτό τους. Αυτό δεν έχει καμία σχέση με τη συγγραφή. Υπάρχουν συγγραφείς, η Έλενα Φεράντε για παράδειγμα που δεν την ξέρει κανείς και σκίζει, ούτε κανείς ήξερε τον Σάλιντζερ. Αυτοί έκαναν φοβερές καριέρες με την “απουσία” τους. Χρειάζεται λοιπόν μια μέση κατάσταση, να κάνεις γνωστό το έργο σου και μετά να αποσύρεσαι. Εγώ είμαι και από τη φύση μου χαμηλού προφίλ, οι αγωνίες μου αφορούν μόνο στα κείμενα. Έτσι και στο facebook σπανίως βάζω κάτι εκτός από αυτό που αφορά στη δουλειά μου. Οι διαδικτυακοί μου φίλοι πιστεύω ότι είναι αυτοί που θέλουν να συναντήσουν τον συγγραφέα, όχι τον ιδιώτη, δε νομίζω ότι θέλουν να με βλέπουν να τρώω τη σαλάτα μου.


    Πώς κρίνετε την πορεία της αναγνωσιμότητας στην Ελλάδα;
    Υπάρχει μεγάλη πτώση και πολυδιάσπαση σε είδη. Οι αναγνώστες δεν είναι μεγαλόκαρδοι στη ποικιλία των διαβασμάτων τους. Τώρα υπάρχουν ειδικοί αναγνώστες για κάθε είδος, και έχουν σηκώσει τείχη προς τη γενικότερη λογοτεχνία, π.χ. κάποιοι διαβάζουν μόνο μεταμοντέρνα βιβλία, άλλοι μόνο επιστημονικής φαντασίας. Η ξένη λογοτεχνία πάει ίσως λίγο καλύτερα. Επίσης πιστεύω και ελπίζω πολύ στις αναγνώσεις που γίνονται σε βιβλιοθήκες, αυτό προκύπτει και από τη σειρά λογοτεχνικών σεμιναρίων που διοργάνωνα επί μια τριετία στη Δημόσια Κεντρική Βιβλιοθήκη των Σερρών.


    Κατά τη γνώμη σας υπάρχουν δυνατά και αδύνατα σημεία σήμερα στην ελληνική λογοτεχνία;
    Υπάρχει μια γενιά συγγραφέων σήμερα που γενικά ψάχνεται περισσότερο από παλιά, είναι πιο διαβασμένοι, το παλεύουν, αλλά έχω την αίσθηση ότι τους λείπει κάτι, λείπει αυτό που λέω εσωτερική ψυχή, μια πάλη, ένα προσωπικό ύφος. Είναι βιβλία σπουδαγμένα, φροντισμένα, έχουν μια βάση αναφορών αλλά δεν έχουν μια πολύ δική τους προσωπικότητα, όπως ήταν για παράδειγμα τα κείμενα του Ταχτσή, του Ιωάννου, του Τσίρκα, τα πεζά του Ρίτσου. Αυτό μπορεί να είναι και σύμπτωμα της εποχής καθώς έχουμε μια γενική αποκαθήλωση του συναισθήματος, την κυριαρχία του πιο έντονου εσωτερικού ψυχισμού. Είναι κάτι που πρέπει να το ψάξουμε. Εξάλλου ο “λυρισμός” που αναφέρω εγώ ανήκε σε μια εποχή που περισσότερο αγναντεύαμε παρά ήμασταν στημένοι σε μια οθόνη.


    Τι σημαίνει για σας το Κρατικό Βραβείο Μυθιστορήματος που σας απονεμήθηκε πρόσφατα;
    Υπήρξα υποψήφιος και στο παρελθόν με βιβλία που θα τα χαρακτήριζα της ίδιας δυναμικής. Άρα αυτό το βραβείο ήταν συγκυρία επιτροπής, διαβασμάτων, “αντιπάλων”. Ήταν μάλλον το κατάλληλο βιβλίο, την κατάλληλη στιγμή.



    Πιστεύετε ότι σας το “χρώσταγαν” μετά από δύο υποψηφιότητες;
    Όχι βέβαια. Απλώς με το βιβλίο αυτό κλείνει ένας κύκλος. Όταν μου ήρθε αυτό το βραβείο χαμογέλασα, χάρηκα πολύ, το ευχαριστήθηκα και για να είμαι ειλικρινής λίγο με ανησύχησε γιατί πάντα τα βραβεία ή κλείνουν ή ανοίγουν κύκλους. Μου ήρθε σε μια καλή φάση, κοντεύω τριάντα χρόνια συγγραφής και ένας μεγάλος κύκλος έχει ολοκληρωθεί. Έχω την αίσθηση ότι ήρθε στη σωστή στιγμή καθώς από εδώ και πέρα σκέφτομαι να κάνω άλλα πράγματα και αυτό το βραβείο με βοηθάει πολύ προς αυτόν τον σκοπό. Ένα τέτοιο βραβείο έχει διαφορετική υπόσταση όπως και να το κάνουμε, οπότε καλώς το.


    Θεωρείτε λοιπόν τις βραβεύσεις στον χώρο των γραμμάτων χρήσιμες;
    Νομίζω ότι τα τελευταία ειδικά χρόνια οι όποιες λίστες από τις οποίες προκύπτουν τα βραβεία ενισχύουν την ελληνική λογοτεχνία, είναι χρήσιμες. Έχουν αρχές, διαμορφώνουν ένα κλίμα, δεν ξέρω αν προσθέτουν νέους αναγνώστες όπως παλιότερα. Η «Ζωή Μεθόρια» που βραβεύτηκε είναι ένα βιβλίο μου που έχει κάνει μια έκδοση, την έγραφα τόσα χρόνια, πιστεύω ότι είχα κάνει μια δουλειά που αναγνωρίστηκε, αυτό τιμά και εμένα και το βιβλίο και την επιτροπή. Από την άλλη τα βραβεία δίνουν κουράγιο σε όσους γράφουν ακόμη ελληνική λογοτεχνία, είναι μια αναγνώριση που την χρειάζεσαι τόσο ως συγγραφέας, όσο και ο χώρος ο ίδιος.


    Ποιο βιβλίο άλλου λογοτέχνη θα θέλατε να είχατε γράψει;
    Να ήταν μόνο ένα! Σίγουρα τον «Αδριανό» της Γιουρσενάρ, το διήγημα του Ιωάννου «Επιτάφιος Θρήνος», ένα ποίημα του Καβάφη.



    Αν θέλεις να γράψεις μυθιστόρημα που θα αποτυπώνεις τον εαυτό σου, τους γύρω σου, την εποχή σου, πρέπει να βγεις στους δρόμους, στην κοινωνία, να ταξιδέψεις και λίγο να αποχωριστείς το λογοτεχνικό κύκλωμα που αυτοκαταναλώνεται 


    Τα λογοτεχνικά σας σχέδια για το μέλλον;
    Έχω πολύ υλικό που θέλω να διαμορφώσω κατάλληλα. Δε θα θελα να γράψω τώρα ένα ακόμη μυθιστόρημα. Θέλω να περάσω σε άλλες μορφές της πεζογραφίας που να έχω μέσα και προσωπικά στοιχεία, πιο αυτοβιογραφικά, πιο εξομολογητικά. Σίγουρα δε θα σταματήσω να γράφω γιατί αυτό υπάρχει μέσα μου και έρχεται και με βρίσκει.


    Τι θα συμβουλεύατε κάποιον που θέλει να ασχοληθεί επαγγελματικά με τη συγγραφή;
    Θα του έλεγα να διαβάσει. Για ένα βιβλίο που θέλει να γράψει να διαβάσει πρώτα πενήντα. Ακόμα και μη λογοτεχνικά να είναι θα αποκομίσει κέρδος από την όποια “αρνητικότητα”. Από την άλλη το σημαντικό είναι κάποιος να ζει. Αν θέλεις να γράψεις μυθιστόρημα ειδικά -και όχι μια πρόζα ποιητική ή εσωτερικούς μονολόγους-, που θα αποτυπώνεις τον εαυτό σου, τους γύρω σου, την εποχή σου, πρέπει να βγεις στους δρόμους, στην κοινωνία, να ταξιδέψεις, να συγχρονιστείς και λίγο να αποχωριστείς το λογοτεχνικό κύκλωμα που αυτοκαταναλώνεται, εννοώ δηλαδή να έχεις στο περιβάλλον σου μόνο συγγραφείς και όχι ανθρώπους του εκεί έξω κόσμου. Εμείς μεσολαβούμε ανάμεσα σε αυτό που τρέχει γύρω μας και σε αυτό που η λογοτεχνία προσπαθεί να μεταπλάσει. Οποιαδήποτε μικρή ή μεγάλη ιστορία αφήσουμε πίσω μας, γραμμένη με έναν καλό τρόπο, αυτό είναι πολύ σημαντικό.

    zoh methoria fin
     Το βιβλίο που βραβεύθηκε με το Κρατικό Βραβείο Μυθιστορήματος





    Πηγή: monopoli.gr

    Δευτέρα, 8 Ιανουαρίου 2018

    Daniel Mendelsohn: By the Book

     - The New York Times


    Which classic novel did you recently read for the first time?

    Since I’m a nonfiction writer, and always trying to remind people that nonfiction is literature, too, I’ll talk about a classic work of nonfiction, ok? I’d read large chunks of Edward Gibbon’s “The Decline and Fall of the Roman Empire” in graduate school, inevitably, but a few years ago a friend of mine told me he’d just finished listening to the whole thing on audiobook, and I thought, Yup, now’s the time to tackle the whole thing. So I started listening to the marvelous recording by Bernard Mayes and I’m about to finish it after three years of shortish sessions on the elliptical machine. Apart from the history that Gibbon narrates — one that should be of interest to Americans right now, I’d say — I’m just knocked over by the prose: those fabulous, architectural, Augustan sentences are dazzling. Among other things, it’s a lesson in how immaculate syntax is the best delivery vehicle for devastating irony.

    Which fiction and nonfiction writers — playwrights, critics, journalists, poets — inspired you most early in your career? And which writers working today do you most admire?

    During the 1970s, when I was a teenager, I avidly followed the critics who were then writing for The New Yorker. There was Andrew Porter on classical music and opera; Helen Vendler on poetry; Whitney Balliett on cabaret and jazz; Pauline Kael on movies; Penelope Gilliatt on books; Arlene Croce on ballet. I lived in the suburbs and had very little access to any of those art forms, but the sheer stylishness of their writing, the total (but lightly worn) authority married to utter accessibility, the confident idiosyncrasies, were very alluring to me purely as a reader, and suggested to me at that early stage that criticism was an interesting and important genre of writing in itself and not merely parasitic. The critics I admire today, unsurprisingly, have those qualities, whether it’s Vinson Cunningham raising an eyebrow about “Humans of New York” or the painter David Salle writing about Rei Kawakubo in The New York Review of Books, or Francine Prose being unimpressed by some overhyped new novel.
    As for fiction, I fell early under the sway of the historical novelist Mary Renault, whose books set in ancient Greece were a major factor in pushing me toward the study of the classics.

    What kinds of books bring you the most reading pleasure these days?

    Biographies, letters, journals — the records of people’s lives, and the traces they themselves leave behind. This may be a middle-aged thing: When you’re (somewhat) closer to the end of life than to the beginning, it’s hard to resist the impulse to start “taking stock” of yourself and what you’ve done, and so it’s interesting to see how the lives of talented or celebrated or important people looked to those people while they were still living those lives. And of course, what the letters and journals show is that most of our lives are mostly a jumble while we’re living them, because we’re caught up in the day-to-day for the most part; it’s for the biographers to perceive the contours, once it’s all over. I find that reassuring.

    Which genres are you drawn to and which do you avoid?

    I was long immune to the allure of fantasy literature. Even when I was a kid, I couldn’t get into “The Lord of the Rings” and all the rest of it. I’m not sure why, really. It may be that I got hooked on history and biography when I was still very young — ancient Egypt, Greek and Roman history, Plantagenet history, Elizabeth I, Mary, Queen of Scots — and I just couldn’t imagine why anyone would need to invent a whole world or civilization when the ones we already have are so fascinating. But I may be evolving: I hugely enjoyed reading, and very much admired, all of the “Game of Thrones” books, which I tackled a few years ago for a piece I wrote about the TV series.
    Unsurprisingly, a genre I’ve always loved is historical fiction. There are a lot of terrible examples out there, but when it works — when a deep sense of history (not just the props, but the spirit) is married to an authentic novelistic sensibility, as they are in the novels of Renault or Patrick O’Brian or Hilary Mantel, to name a few of the best — it’s tremendously satisfying. I find it amusing that this genre is still denigrated by some critics as being a lesser form of the novel. I always want to remind them that “War and Peace” and “Les Misérables” are historical fiction.

    Newsletter Sign Up

    What’s your favorite book to teach to students at Bard?

    You’re fishing! “The Odyssey,” of course, is one — of the two Homeric epics it’s the one that students tend to enjoy more. But I also love teaching Greek tragedy — it’s at once so formally strange, so stiffly stylized and yet (of course) so eternally relevant in its themes. One of my favorite teaching experiences was when I participated in Bard’s Prison Initiative last autumn, teaching Sophocles and Euripides to the inmates at a maximum-security facility about an hour from campus. I was blown away by the men’s responses to the texts we read — by the way in which they brought what they knew about violence and shame and disgrace and guilt to dramas that are, of course, about those very things. As you can imagine, it was very different from what even the smartest 19-year-old undergraduates can bring to the seminar table.

    Do you have a favorite book about writing or about literary criticism?

    I have a favorite book of literary criticism, which is Edmund Wilson’s “Axel’s Castle.” I think most of us who are professional critics are shadowed by the secret fear that time will prove us wrong — the virtues of our enthusiasms will prove to be ephemeral, or the things we panned will turn out to be classics. What’s so remarkable to me about Wilson’s book, which he published in 1931 and which is contemporary with some of the authors he wrote about — Proust, Joyce, Pound, Stein — is that he got everything just right. And right away, too: Within 10 years of the publication of Proust’s “À la recherche du Temps Perdu” he’d completely grasped everything about it that was important and revolutionary.

    What book might people be surprised to find on your shelves?

    I’ve got piles of books about home décor and haute couture all around my house. I’m currently slavering over the catalog for the Dior exhibition at the Louvre.

    What’s the best book you’ve ever received as a gift?

    “A Titanic Hero,” the biography of Thomas Andrews, the shipbuilder who designed the Titanic (and went down with it). I was a Titanic groupie when I was a kid — I belonged to the Titanic Enthusiasts of America — and one day when I was around 12 an old family friend who was visiting presented it to me. It’s hardly a great work of biography but it’s always been the first book I pack up whenever I’ve moved.

    Who is your favorite fictional hero or heroine? Your favorite antihero or villain?

    Elizabeth Bennet in “Pride and Prejudice”: Has there even been a more appealing protagonist? She’s every smart person’s secret self: clever on the outside, not so clever on the inside, and shocked to learn that the brain can’t rule the heart. And her relationship with her father is so, so great. It’s always surprising to me that more male writers don’t talk about Austen as crucial to their literary identities; she seems absolutely essential.
    My favorite villain has to be Vautrin in Balzac’s “The Human Comedy.” Like all truly great writers, Balzac reserves some of his deepest sympathy — and his greatest artistry — for his most depraved characters.

    You’re organizing a literary dinner party. Which three writers, dead or alive, do you invite?

    Easy: Voltaire, Jane Austen, Gore Vidal. I’m not sure it would be the most successful dinner party I’ve ever had, but I’d enjoy it.

    If you could require the president to read one book, what would it be?

    I have a Dantesque fantasy, in which he’d be forced to read “The Art of the Deal” over and over again, throughout eternity.

    Who would you want to write your life story?

    Well, I’m a memoirist. I think it’s fair to say the job is taken.

    What do you plan to read next?

    I’ve just finished a three-month-long book tour, so pretty much anything that isn’t my book would be a huge relief at this point … No, seriously: I’ve got an idea for a book about Erich Auerbach, the great (really great!) German literary scholar who fled Hitler and ended up writing his (really!) great study of Western literature, “Mimesis,” in … Istanbul, where he’d taken refuge. I ordered all his books, as well as a number of books about him, while I was on tour, and they’ve all arrived by now. There’s no better feeling than that: knowing that a pile of books connected to some new project is waiting for you.

    Κυριακή, 7 Ιανουαρίου 2018

    The Novelist's Complicity

     by Zia Haider Rahman

     

     The New York Review of Books



    “In my younger and more vulnerable years, my father gave me a word of advice that I’ve been turning over in my mind ever since.” Thus begins F. Scott Fitzgerald’s The Great Gatsby, a novel that many regard as one of the finest literary works of the twentieth century. It’s certainly one of the most popular. The words are uttered by Nick Carraway, the narrator, through whom the entire story is told. His father’s advice is to refrain from judging people because not everyone has had the advantages he has had. But what of those who had all the same advantages and then some, the people who make up Carraway’s milieu in the novel? Carraway proceeds to condemn them, though perhaps pulling his punches when it comes to the eponymous hero.
    No effort at putting Fitzgerald’s novel on screen has ever been entirely successful, certainly not in terms of fidelity to his vision. The medium of film has a major obstacle to overcome if it is to provide a faithful rendering of a first-person novel, such as the The Great Gatsby: in general, film cameras show everything in the third person, not from the vantage point of a particular character but from a stance separated from any consciousness. If our reading experience of a first-person novel is substantially conditioned by the particular perspective of the character telling the story—when is it not?—then recreating that reading experience through the third person of film is impossible.
    There are often other impediments. Time and causation are dealt with differently, flexibly, in novels. Take Fitzgerald’s novel. There’s some doubt about how Jay Gatsby made his money; in the end, Carraway can really only report half-heard hearsay and rumors of historical shady dealings. How could such antecedents be brought into a film narrative while retaining the quality of doubt as to what precisely happened? That doubt or vagueness is, after all, essential in giving us permission to regard Gatsby sympathetically.

    What I’m getting at with all this detail is that there’s a basic difference between fiction grounded in the interiority of characters, on the one hand, and film and TV, on the other. Novels do interiority and the drama of the mind infinitely better than TV and film do.
    The imminent death of the novel has been announced every year for as long as I can remember. (This doesn’t mean that the novel won’t die; it means that successive soothsayers haven’t been very good at soothsaying.) In 2009, the American novelist Philip Roth predicted that within twenty-five years the readership of novels would amount to a cult. “I think people will always be reading them,” he said in an interview, “but it will be a small group of people. Maybe more people than now read Latin poetry, but somewhere in that range.”

    Roth’s prognosis has some data behind it. While the publishing industry might be thriving, buoyed up by cookbooks, self-help manuals and all manner of non-fiction, fiction sales have fallen by 23 percent over the past five years. In most industries, this would raise alarm bells.
    Good evidence-based research explaining why fiction sales have fallen so much seems to be lacking, but this hasn’t stopped speculation. The attention spans of readers, it’s said, is now trained for tweets, Facebook posts, and information in bitesize morsels. Roth suggested as much in his interview. “To read a novel requires a certain kind of concentration, focus, devotion to the reading,” he said. “If you read a novel in more than two weeks, you don’t read the novel really. So I think that that kind of concentration, and focus, and attentiveness, is hard to come by.”

    Reading now, also, has strong competition from screens. This is a new golden age of television, we’re told, and I agree. With The Wire, The Sopranos, Madmen, Breaking Bad, the reboot of Battlestar Galactica (think “Shakespeare in Space”), and many, many other shows, there has been a steady supply of riveting dramas, with rich characterization, moral depth, and tumultuous plot lines. The boxed set and the binge-watching of viewers have freed up writers from the constraints of the weekly serial, whose intervening seven days ensured that scarcely more than a cliffhanger of the plot survived in the memory. Now TV writers can craft and develop character over time, something novels do. Binge-watching offers space, also, to introduce subordinate plot lines and ideas. Just like novels.
    Television today appears to be capable of delivering many of the rewards novels might offer. There’s some research suggesting that reading fiction improves our capacity to empathize with others whose lives are very different from our own. Even on this score, television can claim some success. Who would deny that The Sopranos has inculcated in viewers a strange empathy for the New Jersey mobster or that Breaking Bad has inspired warmth toward a drug-dealing chemistry teacher?
    And if television can reach a wider audience than novels ever did, isn’t the goal of broadening empathy better served by those superbly well-written TV dramas?

    Television might offer strong competition and attention spans might be sagging, but there may be deeper cultural trends that have led to the decline of novels. In a paper published in 2014 in the journal Administrative Science Quarterly, researchers found that winning a famous literary prize seems to be followed by a steep fall in the quality ratings of a book on the online book review site Goodreads, a limb of the Amazon behemoth. This happened after Julian Barnes won the 2011 Booker Prize for his novel The Sense of an Ending. The researchers speculate that what might be happening is that winning a famous prize draws in a great many readers who would otherwise not consider the book, many of whom have no other reason for expecting to like the book. Some of these readers might not even be habitual readers of fiction.
    Amazon and Goodreads ratings, and numerous online book-reviewing sites, have all contributed to and reflected the democratization of the arbitration of literary taste. But such democratization is not intrinsically a good thing. The arbitration of scientific evidence is not conducted under the auspices of universal suffrage; it is scientists who adjudicate on the risks of climate change, for instance, not elected politicians, and that’s exactly how it should be. The democratization of reading tastes has gone hand in hand with the demise of the critic, and with that, the idea of reading a novel because certain people with discernibly good judgment think that the book is worth reading. A writer—I think it was the novelist Claire Messud, but don’t quote me—suggested that the literary critic should aspire to be able to be able to say of a novel that “this is a great book even though I didn’t like it.” The implication is that there is much more to what makes a book great and worth reading than merely one’s visceral reaction of liking it or not. Great works allow us to gather around the campfire and discuss things of importance—not least of all, our diverse subjectivities. This idea might smack of snobbery, but it’s useful to reflect that the idea retains influence in other areas of art, such as painting and sculpture—notably, areas that don’t rely on an economics involving a large number of buyers of the same product.
    The question, however, remains: Should the demise of the literary novel trouble us? I think the answer is “yes,” but not nearly as much as some literary novelists would have you think.
    Great television is taking over the space occupied by many novels, and taking with them many excellent writers. And by and large, it’s delivering the same rewards to its audience. But what about novels that exploit the opportunities that are available only to the form of the novel, such as novels that explore interiority, or rely on the novel’s versatile treatment of time and causation? Who will speak for such novels?
    If I seem reluctant to sound the alarm for the demise of the literary novel, even as a novelist myself, it is because modern fiction, particularly English-language fiction, has moved in the direction of the televisual, anyway. Much so-called literary fiction is evidently written with an eye to an option for film or TV adaptation. The response to the challenges from television and other media has been to become more like the offerings of those media. In some ways, this is understandable behavior on the part of each novelist. For all but a tiny few, it’s nearly impossible to make anything even approaching a living from writing literary fiction. But the effect of this in aggregate is to leave much of modern fiction looking like an inferior version of TV. If novelists are relinquishing the very things that are exclusively the province of the novel, then they are complicit in the demise of the novel. If they don’t want to save the novel, why should anyone else?

    This essay first appeared as a broadcast on BBC Radio 4’s “A Point of View.”

    Κυριακή, 31 Δεκεμβρίου 2017

    Αφήνοντας το 2017




    Μια καλή παραγωγική χρονιά, θα έλεγα. Ξεκίνησε τον Φεβρουάριο του 2017 με την μετάφραση στα αραβικά του μυθιστορήματος "Αλούζα χίλιοι κι ένας εραστές" (2005 Πατάκης) από τον ελληνιστή μεταφραστή στην Αίγυπτο Χάλεντ Ράουφ.

    Κυκλοφόρησε η "Καινούργια πόλη" τον Μάιο 2017 το μυθιστόρημα που θα συμπλήρωνε την τριλογία της γενιάς του "Παρταλιού".

    Οκτώβριο 2017 επανακυκλοφόρησε το "Παρτάλι" (2001) για να δέσει με τα παιδιά του. Την "Ζωή μεθόρια" και την "Καινούργια πόλη".

    Τον Δεκέμβριο η "Ζωή μεθόρια" βραβεύτηκε με το Κρατικό Βραβείο μυθιστορήματος 2016.

    Κάπως έτσι κλείνει ένας μεγάλος αφηγηματικός κύκλος και ποιος ξέρει-μπορεί- να ανοίξει ένας άλλος. 

    -------------------------------------------------------------Ολοκληρώθηκε ο κύκλος εκπομπών "Ο λόγος της γραφής" 16 επεισόδια όπου είχα την επιμέλεια αλλά και την παρουσίαση της "Κλασικής βιβλιοθήκης" στο Κανάλι της Βουλής με σκηνοθέτη και παραγωγό τον Μιχάλη Αναστασίου.
    --------------------------------------------------------------