Τετάρτη, 13 Δεκεμβρίου 2017

THE ATHENS PRIZE FOR LITERATURE βραχείες λίστες

Ο Δήμαρχος Αθηναίων Γιώργος Καμίνης θα απονείμει και φέτος τα δύο βραβεία The Athens Prize for Literature.
Στην Αίθουσα Τελετών του Δημαρχιακού Μεγάρου (πρώην Πλατεία Κοτζιά), θα απονεμηθούν εφέτος, για ενδέκατη συνεχή χρονιά, τα βραβεία μυθιστορήματος The Athens Prize for Literature του περιοδικού (δε)κατα.
Η ανακοίνωση των νικητών και ταυτόχρονα η απονομή θα γίνουν την Τρίτη 19 Δεκεμβρίου 2017, στις 7 το βράδυ.

Oι συντονιστές-συγγραφείς Θεόδωρος Γρηγοριάδης και Αλέξης Πανσέληνος θα αναφερθούν, εν συντομία, στις δύο βραχείες λίστες.
Την εκδήλωση θα παρουσιάσει η Λουκία Παπαδάκη και θα συνοδεύεται με μουσική από το Κουαρτέτο Εγχόρδων του Οργανισμού Πολιτισμού Αθλητισμού Νεολαίας Δήμου Αθηνών.
Τα βραβεία The Athens Prize for Literature χαίρουν ιδιαίτερης εκτίμησης λόγω των επιλογών τους στον χώρο των κριτικών λογοτεχνίας, των δημοσιογράφων, των εκδοτών, των συγγραφέων και των μεταφραστών. Χορηγός τα εργαλεία γραφής Mont Blanc.
Θα ακολουθήσει δεξίωση.

ΟΙ ΒΡΑΧΕΙΕΣ ΛΙΣΤΕΣ 2016
ΤΟ ΞΕΝΟ ΜΥΘΙΣΤΟΡΗΜΑ
Γκαρθ Γκρίνγουελ, Αυτό που σου ανήκει, μτφρ. Τόνια Κοβαλένκο, Καστανιώτης
Ζάουμε Καμπρέ, Confiteor, μτφρ. Ευρυβιάδης Σοφός, Πόλις
Χανς Μάγκνους Έντσενσμπεργκερ, Αναβρασμός, μτφρ. Σπύρος Μοσκόβου, Εστία
Anthony Marra, O τσάρος της αγάπης και της τέκνο, μτφρ. Αχιλλέας Κυριακίδης, Ίκαρος
Imbolo Mbue, Ιδού οι ονειροπόλοι, μτφρ. Αργυρώ Μαντόγλου, Κέδρος
Τζούλιαν Μπαρνς, Ο αχός της εποχής, μτφρ. Θωμάς Σκάσσης, Μεταίχμιο
Άντονυ Ντορ, Όλο το φως που δεν μπορούμε να δούμε, μτφρ. Νίνα Μπούρη, Πατάκης
Άμος Οζ, Ιούδας, μτφρ. Μάγκυ Κοέν, Καστανιώτης
Έλενα Φεράντε, Η υπέροχη φίλη μου, μτφρ. Δήμητρα Δότση, Πατάκης
Τζόναθαν Φράνζεν, Αγνή, μτφρ. Γιώργος Ίκαρος Μπαμπασάκης, Ψυχογιός
Για το έτος 2016 οι συγγραφείς - κριτές των ξένων μυθιστορημάτων ήταν οι Θεόδωρος Γρηγοριάδης, Νίκος Δαββέτας, Λίλυ Εξαρχοπούλου, Σοφία Νικολαΐδου και Κοσμάς Χαρπαντίδης
ΤΟ ΕΛΛΗΝΙΚΟ ΜΥΘΙΣΤΟΡΗΜΑ
Νίκος Αδάμ Βουδούρης, Καϊάφας, Πατάκης
Ελένη Γιαννακάκη, Σκούρο γκρι σχεδόν μαύρο, Πατάκης
Νίκος Δαββέτας, Ωστικό κύμα , Μεταίχμιο
Βασίλης Δρόλιας, Nyos, Κέδρος
Καρολίνα Μέρμηγκα, Ο Έλληνας γιατρός , Μελάνι
Μιχάλης Μιχαηλίδης, Οι επόπτες , Νεφέλη
Μιχάλης Μοδινός, Εκουατόρια, Καστανιώτης
Δημήτρης Καπετανάκης, Ας πέσουμε, Εστία
Κωνσταντίνος Τζαμιώτης, Το πέρασμα, Μεταίχμιο
Έλενα Χουζούρη, Ο θείος Αβραάμ μένει πάντα εδώ, Πατάκης
Για το έτος 2015 οι συγγραφείς - κριτές των ελληνικών μυθιστορημάτων ήταν οι Κατερίνα Ζαρόκωστα, Ζέτα Κουντούρη, Αλέξης Πανσέληνος, Κλαίτη Σωτηριάδου και Δημήτρης Σωτάκης.

Κυριακή, 10 Δεκεμβρίου 2017

Η Μαρία Στασινοπούλου για την Καινούργια Πόλη.


«Ενας Θρακιώτης με σκανδιναβική υπεροψία»

 
Με δεκατέσσερα βιβλία στο ενεργητικό του, μυθιστορήματα κυρίως αλλά και δύο συλλογές διηγημάτων, μία νουβέλα και έναν σκηνικό μονόλογο, ο Θεόδωρος Γρηγοριάδης εγγράφεται αυτοδικαίως στις δυνάμεις της σύγχρονης λογοτεχνίας μας.
Η «Καινούργια πόλη» είναι η Αθήνα, εκεί στο τέλος του 20ού αιώνα, καθώς ετοιμάζεται να διοργανώσει τους Ολυμπιακούς Αγώνες. Μια Αθήνα «αστική, μεταβιομηχανική, εργολαβική» που αναγεννάται από την τέφρα της μετά τον σεισμό του 1999. Ενώ ο αφηγηματικός χρόνος καλύπτει την τελευταία δεκαετία του αιώνα, η αφήγηση με φλας μπακ μοιράζεται σποραδικά ανάμεσα στη Μεταπολίτευση, την άνοδο και τη διάλυση του ΠΑΣΟΚ, τις πιστωτικές κάρτες, τα δάνεια και την ευημερία των αριθμών, «την υλική και χρηματική αναστάτωση την οποία όλοι εκλάμβαναν ως αναβάθμιση».
Κύρια πρόσωπα ο Μανόλης Κυρτσής, φιλόλογος κοντά στα σαράντα με μεταπτυχιακές σπουδές στην πλατωνική φιλοσοφία, και η μητέρα του Μαργαρίτα. Υστερα από ένα δυσάρεστο θανατηφόρο περιστατικό στο οποίο εμπλέκονται, ηθελημένα-αθέλητα, και οι δυο και το οποίο αφορά τον σύντροφο της Μαργαρίτας και πρώην γαμπρό της Παντελή Καβαρίτη, γνωστό με το παρωνύμιο Στραβοπόδης, μάνα και γιος αποφασίζουν να εγκαταλείψουν την ακριτική Σαμοθράκη και να μετακινηθούν στην Αθήνα, ζητώντας καταφύγιο.
Ο Μανόλης εγκαθίσταται έναντι υποτυπώδους ενοικίου στο διαμέρισμα φίλου του, σε τετραώροφη πολυκατοικία στην Πλάκα, εκεί απέναντι από τους Στύλους του Ολυμπίου Διός, και η Μαργαρίτα μένει στο σπίτι μιας γριάς θείας, αδελφής του πατέρα της, της Πηνελόπης, πλούσιας και ανήμπορης, την οποία αναλαμβάνει να φροντίζει και στη συνέχεια κληρονομεί.
Περιδιαβαίνοντας την πόλη ο Μανόλης ψάχνει, παρακολουθεί, ζει, ανακαλύπτει τους σύγχρονους και τους αρχαίους αρμούς της και προσπαθεί να προσαρμοστεί στις νέες του συνθήκες. Η τοπιογραφία της Αθήνας συμπλέκεται με τη σύγχρονη ζωή, με την ιστορική και την αρχαιολογική μνήμη.
Ο Βορειοελλαδίτης φιλόλογος, από συγκυρία, γίνεται διαφημιστής, συγγραφέας τηλεοπτικών σειρών, σεναριογράφος, αποκτά προσωρινά φήμη και όνομα, για να πέσει ύστερα από λίγο στα αζήτητα. Σύνηθες φαινόμενα στη δεκαετία στην οποία αναφέρεται και όχι μόνον.
Πέρα από κάποιο ανομολόγητο μυστικό που συνδέει μάνα και γιο –αποκαλύπτεται στη συνέχεια– υφέρπει και μια άλλη υπόνοια, που βαθμιαία γίνεται βεβαιότητα, για τις σεξουαλικές προτιμήσεις και την ιδιαιτερότητα του Μανόλη. Κάτι μπλεξίματα όταν ήταν φοιτητής στη Θεσσαλονίκη με αλήτες από το Βαρδάρι, ο Σουηδός Σβεν με τον οποίο είχε υπογράψει σύμφωνο συμβίωσης για να ανανεώνεται η παραμονή του στην πόλη του Βορρά όπου δίδασκε ελληνικά, ο ενθουσιασμός του με έναν δρομέα στην περιοχή της Ακαδημίας Πλάτωνος που θα παίξει καταλυτικό ρόλο στο τέλος του βιβλίου είναι τα δείγματα που πείθουν τη Μαργαρίτα ότι δεν θα γίνει γιαγιά ποτέ.
Ονειρα επαναλαμβανόμενα ταλαιπωρούν και καταδιώκουν τον Μανόλη, «Ονειρα σαν άδικες Ερινύες, που του έκοβαν την αναπνοή»∙ ενοχές, μόνιμος σύντροφός του, δηλητηριάζουν τη ζωή του.
Το βασικό πλεονέκτημα του βιβλίου είναι η σχέση μάνας-γιου και η ακριβής ψυχογράφηση και των δύο από τον συγγραφέα. Πρόκειται για ολοκληρωμένες μυθιστορηματικές μορφές, τόσο ως προς την περιγραφή και τις προσωπικές τους εκφάνσεις όσο και ως προς τις σχέσεις τους με τους άλλους και την πορεία της ζωής τους.
Ο Γρηγοριάδης με το καινούργιο του μυθιστόρημα προσπαθεί να διοχετεύσει τις πλατωνικές ιδέες περί ψυχής, αγαθού, σωφροσύνης αλήθειας, αυτάρκειας, λόγου, στον τρόπο ζωής του ήρωά του αλλά και της κοινωνίας γενικότερα. Δεν νομίζω ότι καταφέρνει πάντα να εντάξει τη θεωρία στην πράξη. Θα μπορούσε να θεωρηθεί δείγμα αστοχίας, κατά τη γνώμη μου, αν δεν υπήρχε η υπόνοια ειρωνικής ματιάς, ο ανώνυμος αθλητής που συντηρεί τις φαντασιώσεις του σαραντάχρονου και τον συναντά ο Μανόλης πότε στην Ακαδημία Πλάτωνος και πότε στον Εθνικό Κήπο∙ το όνομά του μαθαίνουμε στο τέλος ότι είναι Φαίδρος.
Το μυθιστόρημα διαρθρώνεται σε πέντε άνισα σε έκταση μέρη που συνδέονται με τους τόπους κατοικίας του Μανόλη ή με τη συμπεριφορά της Μαργαρίτας. Η αφήγηση είναι τριτοπρόσωπη εκτός από το τρίτο μέρος όπου γίνεται πρωτοπρόσωπη. Αρκετά ενδιαφέρον το δεύτερο μέρος του βιβλίου με τίτλο «Τα γράμματα της Μαργαρίτας», όπου η μάνα καταγράφει κατά καιρούς όσα ζει, βλέπει, υποθέτει, καταλαβαίνει, αλλά δυσκολεύεται να πει ευθέως στον γιο της.
Οπως διατείνονται οι γνωστικοί ψυχολόγοι και οι θεωρητικοί του πολιτισμού, «η αφήγηση είναι το βασικό μέσο με το οποίο κατανοούμε τον κόσμο, δίνουμε νόημα στις εμπειρίες μας και οργανώνουμε τη ζωή μας». Θα μπορούσαμε να υποθέσουμε βάσιμα ότι το βιβλίο του Γρηγοριάδη διαθέτει αρκετά χαρακτηριστικά αυτοβιογραφικού χρονικού.
Πέρα από την ηλικία και τις σπουδές του βασικού ήρωα που συμπίπτουν περίπου με εκείνες του συγγραφέα, η αναφορά συγκεκριμένων προσώπων (Γιάννης Κοντός ποιητής, Γιάννης Πετρίδης μουσικός παραγωγός, εκδόσεις Χατζηνικολή, Γιώργος Ιωάννου και άλλοι πολλοί), η παραπομπή σε ταινίες, βιβλία της εποχής, μουσικές επιτυχίες και στέκια της Αθήνας, αλλά και το γενικό πολιτικό κλίμα που περιγράφεται, με ασκημένη ματιά, οδηγούν σε αυτή την ταξινόμηση.
Θα εντοπίζαμε ακόμη μια απόπειρα αναζήτησης ταυτότητας από τον συγγραφέα, ανάμεσα σε διάφορα πρόσωπα της δράσης, είτε με αυτο-αναφορικές καταγραφές είτε με παραπομπή σε προηγούμενα έργα του.

Παρασκευή, 8 Δεκεμβρίου 2017

Kazuo Ishiguro - Nobel Lecture



7 December, 2017

My Twentieth Century Evening – and Other Small Breakthroughs

If you'd come across me in the autumn of 1979, you might have had some difficulty placing me, socially or even racially. I was then 24 years old. My features would have looked Japanese, but unlike most Japanese men seen in Britain in those days, I had hair down to my shoulders, and a drooping bandit-style moustache. The only accent discernible in my speech was that of someone brought up in the southern counties of England, inflected at times by the languid, already dated vernacular of the Hippie era. If we'd got talking, we might have discussed the Total Footballers of Holland, or Bob Dylan's latest album, or perhaps the year I'd just spent working with homeless people in London. Had you mentioned Japan, asked me about its culture, you might even have detected a trace of impatience enter my manner as I declared my ignorance on the grounds that I hadn't set foot in that country – not even for a holiday – since leaving it at the age of five.
That autumn I'd arrived with a rucksack, a guitar and a portable typewriter in Buxton, Norfolk – a small English village with an old water mill and flat farm fields all around it. I'd come to this place because I'd been accepted on a one-year postgraduate Creative Writing course at the University of East Anglia. The university was ten miles away, in the cathedral town of Norwich, but I had no car and my only way of getting there was by means of a bus service that operated just once in the morning, once at lunch-time and once in the evening. But this, I was soon to discover, was no great hardship: I was rarely required at the university more than twice a week. I'd rented a room in a small house owned by a man in his thirties whose wife had just left him. No doubt, for him, the house was filled with the ghosts of his wrecked dreams – or perhaps he just wanted to avoid me; in any case, I didn't set eyes on him for days on end. In other words, after the frenetic life I'd been leading in London, here I was, faced with an unusual amount of quiet and solitude in which to transform myself into a writer.
In fact, my little room was not unlike the classic writer's garret. The ceilings sloped claustrophobically – though if I stood on tip-toes I had a view, from my one window, of ploughed fields stretching away into the distance. There was a small table, the surface of which my typewriter and a desk lamp took up almost entirely. On the floor, instead of a bed, there was a large rectangular piece of industrial foam that would cause me to sweat in my sleep, even during the bitterly cold Norfolk nights.
It was in this room that I carefully examined the two short stories I'd written over the summer, wondering if they were good enough to submit to my new classmates. (We were, I knew, a class of six, meeting once every two weeks.) At that point in my life I'd written little else of note in the way of prose fiction, having earned my place on the course with a radio play rejected by the BBC. In fact, having previously made firm plans to become a rock star by the time I was twenty, my literary ambitions had only recently made themselves known to me. The two stories I was now scrutinising had been written in something of a panic, in response to the news that I'd been accepted on the university course. One was about a macabre suicide pact, the other about street fights in Scotland, where I'd spent some time as a community worker. They were not so good. I started another story, about an adolescent who poisons his cat, set like the others in present day Britain. Then one night, during my third or fourth week in that little room, I found myself writing, with a new and urgent intensity, about Japan – about Nagasaki, the city of my birth, during the last days of the Second World War.
This, I should point out, came as something of a surprise to me. Today, the prevailing atmosphere is such that it's virtually an instinct for an aspiring young writer with a mixed cultural heritage to explore his 'roots' in his work. But that was far from the case then. We were still a few years away from the explosion of 'multicultural' literature in Britain. Salman Rushdie was an unknown with one out-of-print novel to his name. Asked to name the leading young British novelist of the day, people might have mentioned Margaret Drabble; of older writers, Iris Murdoch, Kingsley Amis, William Golding, Anthony Burgess, John Fowles. Foreigners like Gabriel García Márquez, Milan Kundera or Borges were read only in tiny numbers, their names meaningless even to keen readers.
Such was the literary climate of the day that when I finished that first Japanese story, for all my sense of having discovered an important new direction, I began immediately to wonder if this departure shouldn't be viewed as a self-indulgence; if I shouldn't quickly return to more 'normal' subject matter. It was only after considerable hesitation I began to show the story around, and I remain to this day profoundly grateful to my fellow students, to my tutors, Malcolm Bradbury and Angela Carter, and to the novelist Paul Bailey – that year the university's writer-in-residence – for their determinedly encouraging response. Had they been less positive, I would probably never again have written about Japan. As it was, I returned to my room and wrote and wrote. Throughout the winter of 1979-80, and well into the spring, I spoke to virtually no-one aside from the other five students in my class, the village grocer from whom I bought the breakfast cereals and lamb kidneys on which I existed, and my girlfriend, Lorna, (today my wife) who'd come to visit me every second weekend. It wasn't a balanced life, but in those four or five months I managed to complete one half of my first novel, A Pale View of Hills – set also in Nagasaki, in the years of recovery after the dropping of the atomic bomb. I can remember occasionally during this period tinkering with some ideas for short stories not set in Japan, only to find my interest waning rapidly.
Those months were crucial for me, in so far as without them I'd probably never have become a writer. Since then, I've often looked back and asked: what was going on with me? What was all this peculiar energy? My conclusion has been that just at that point in my life, I'd become engaged in an urgent act of preservation. To explain this, I'll need to go back a little.
*
I had come to England, aged five, with my parents and sister in April 1960, to the town of Guildford, Surrey, in the affluent 'stockbroker belt' thirty miles south of London. My father was a research scientist, an oceanographer who'd come to work for the British government. The machine he went on to invent, incidentally, is today part of the permanent collection at the Science Museum in London.
The photographs taken shortly after our arrival show an England from a vanished era. Men wear woollen V-neck pullovers with ties, cars still have running boards and a spare wheel on the back. The Beatles, the sexual revolution, student protests, 'multiculturalism' were all round the corner, but it's hard to believe the England our family first encountered even suspected it. To meet a foreigner from France or Italy was remarkable enough – never mind one from Japan.
Our family lived in a cul-de-sac of twelve houses just where the paved roads ended and the countryside began. It was less than a five minute stroll to the local farm and the lane down which rows of cows trudged back and forth between fields. Milk was delivered by horse and cart. A common sight I remember vividly from my first days in England was that of hedgehogs – the cute, spiky, nocturnal creatures then numerous in that country – squashed by car wheels during the night, left in the morning dew, tucked neatly by the roadside, awaiting collection by the refuse men.
All our neighbours went to church, and when I went to play with their children, I noticed they said a small prayer before eating.
I attended Sunday school, and before long was singing in the church choir, becoming, aged ten, the first Japanese Head Chorister seen in Guildford. I went to the local primary school – where I was the only non-English child, quite possibly in the entire history of that school – and from when I was eleven, I travelled by train to my grammar school in a neighbouring town, sharing the carriage each morning with ranks of men in pinstripe suits and bowler hats, on their way to their offices in London.
By this stage, I'd become thoroughly trained in the manners expected of English middle-class boys in those days. When visiting a friend's house, I knew I should stand to attention the instant an adult wandered into the room; I learned that during a meal I had to ask permission before getting down from the table. As the only foreign boy in the neighbourhood, a kind of local fame followed me around. Other children knew who I was before I met them. Adults who were total strangers to me sometimes addressed me by name in the street or in the local store.
When I look back to this period, and remember it was less than twenty years from the end of a world war in which the Japanese had been their bitter enemies, I'm amazed by the openness and instinctive generosity with which our family was accepted by this ordinary English community. The affection, respect and curiosity I retain to this day for that generation of Britons who came through the Second World War, and built a remarkable new welfare state in its aftermath, derive significantly from my personal experiences from those years.
But all this time, I was leading another life at home with my Japanese parents. At home there were different rules, different expectations, a different language. My parents' original intention had been that we return to Japan after a year, perhaps two. In fact, for our first eleven years in England, we were in a perpetual state of going back 'next year'. As a result, my parents' outlook remained that of visitors, not of immigrants. They'd often exchange observations about the curious customs of the natives without feeling any onus to adopt them. And for a long time the assumption remained that I would return to live my adult life in Japan, and efforts were made to keep up the Japanese side of my education. Each month a parcel arrived from Japan, containing the previous month's comics, magazines and educational digests, all of which I devoured eagerly. These parcels stopped arriving some time in my teens – perhaps after my grandfather's death – but my parents' talk of old friends, relatives, episodes from their lives in Japan all kept up a steady supply of images and impressions. And then I always had my own store of memories – surprisingly vast and clear: of my grandparents, of favourite toys I'd left behind, the traditional Japanese house we'd lived in (which I can even today reconstruct in my mind room by room), my kindergarten, the local tram stop, the fierce dog that lived by the bridge, the chair in the barber's shop specially adapted for small boys with a car steering wheel fixed in front of the big mirror.
What this all amounted to was that as I was growing up, long before I'd ever thought to create fictional worlds in prose, I was busily constructing in my mind a richly detailed place called 'Japan' – a place to which I in some way belonged, and from which I drew a certain sense of my identity and my confidence. The fact that I'd never physically returned to Japan during that time only served to make my own vision of the country more vivid and personal.
Hence the need for preservation. For by the time I reached my mid-twenties – though I never clearly articulated this at the time – I was coming to realise certain key things. I was starting to accept that 'my' Japan perhaps didn't much correspond to any place I could go to on a plane; that the way of life of which my parents talked, that I remembered from my early childhood, had largely vanished during the 1960s and 1970s; that in any case, the Japan that existed in my head might always have been an emotional construct put together by a child out of memory, imagination and speculation. And perhaps most significantly, I'd come to realise that with each year I grew older, this Japan of mine – this precious place I'd grown up with – was getting fainter and fainter.
I'm now sure that it was this feeling, that 'my' Japan was unique and at the same time terribly fragile – something not open to verification from outside – that drove me on to work in that small room in Norfolk. What I was doing was getting down on paper that world's special colours, mores, etiquettes, its dignity, its shortcomings, everything I'd ever thought about the place, before they faded forever from my mind. It was my wish to re-build my Japan in fiction, to make it safe, so that I could thereafter point to a book and say: 'Yes, there's my Japan, inside there.'
*
Spring 1983, three and a half years later. Lorna and I were now in London, lodging in two rooms at the top of a tall narrow house, which itself stood on a hill at one of the highest points of the city. There was a television mast nearby and when we tried to listen to records on our turntable, ghostly broadcasting voices would intermittently invade our speakers. Our living room had no sofa or armchair, but two mattresses on the floor covered with cushions. There was also a large table on which I wrote during the day, and where we had dinner at night. It wasn't luxurious, but we liked living there. I'd published my first novel the year before, and I'd also written a screenplay for a short film soon to be broadcast on British television.
I'd been for a time reasonably proud of my first novel, but by that spring, a niggling sense of dissatisfaction had set in. Here was the problem. My first novel and my first TV screenplay were too similar. Not in subject matter, but in method and style. The more I looked at it, the more my novel resembled a screenplay – dialogue plus directions. This was okay up to a point, but my wish now was to write fiction that could work properly only on the page. Why write a novel if it was going to offer more or less the same experience someone could get by turning on a television? How could written fiction hope to survive against the might of cinema and television if it didn't offer something unique, something the other forms couldn't do?
Around this time, I came down with a virus and spent a few days in bed. When I came out of the worst of it, and I didn't feel like sleeping all the time, I discovered that the heavy object, whose presence amidst my bedclothes had been annoying me for some time, was in fact a copy of the first volume of Marcel Proust's Remembrance of Things Past (as the title was then translated). There it was, so I started to read it. My still fevered condition was perhaps a factor, but I became completely riveted by the Overture and Combray sections. I read them over and over. Quite aside from the sheer beauty of these passages, I became thrilled by the means by which Proust got one episode to lead into the next. The ordering of events and scenes didn't follow the usual demands of chronology, nor those of a linear plot. Instead, tangential thought associations, or the vagaries of memory seemed to move the writing from one episode to the next. Sometimes I found myself wondering: why had these two seemingly unrelated moments been placed side by side in the narrator's mind? I could suddenly see an exciting, freer way of composing my second novel; one that could produce richness on the page and offer inner movements impossible to capture on any screen. If I could go from one passage to the next according to the narrator's thought associations and drifting memories, I could compose in something like the way an abstract painter might choose to place shapes and colours around a canvas. I could place a scene from two days ago right beside one from twenty years earlier, and ask the reader to ponder the relationship between the two. In such a way, I began to think, I might suggest the many layers of self-deception and denial that shrouded any person's view of their own self and of their past.
*
March 1988. I was 33 years old. We now had a sofa and I was lying across it, listening to a Tom Waits album. The previous year, Lorna and I had bought our own house in an unfashionable but pleasant part of South London, and in this house, for the first time, I had my own study. It was small, and didn't have a door, but I was thrilled to spread my papers around and not have to clear them away at the end of each day. And in that study – or so I believed – I'd just finished my third novel. It was my first not to have a Japanese setting – my personal Japan having been made less fragile by the writing of my previous novels. In fact my new book, to be called The Remains of the Day, seemed English in the extreme – though not, I hoped, in the manner of many British authors of the older generation. I'd been careful not to assume, as I felt many of them did, that my readers were all English, with native familiarity of English nuances and preoccupations. By then, writers like Salman Rushdie and V.S. Naipaul had forged the way for a more international, outward-looking British literature, one that didn't claim any centrality or automatic importance for Britain. Their writing was post-colonial in the widest sense. I wanted, like them, to write 'international' fiction that could easily cross cultural and linguistic boundaries, even while writing a story set in what seemed a peculiarly English world. My version of England would be a kind of mythical one, whose outlines, I believed, were already present in the imaginations of many people around the world, including those who had never visited the country.
The story I'd just finished was about an English butler who realises, too late in his life, that he has lived his life by the wrong values; and that he's given his best years to serving a Nazi sympa-thizer; that by failing to take moral and political responsibility for his life, he has in some profound sense wasted that life. And more: that in his bid to become the perfect servant, he has forbidden himself to love, or be loved by, the one woman he cares for.
I'd read through my manuscript several times, and I'd been reasonably satisfied. Still, there was a niggling feeling that something was missing.
Then, as I say, there I was, in our house one evening, on our sofa, listening to Tom Waits. And Tom Waits began to sing a song called 'Ruby's Arms'. Perhaps some of you know it. (I even thought about singing it to you at this point, but I've changed my mind.) It's a ballad about a man, possibly a soldier, leaving his lover asleep in bed. It's the early morning, he goes down the road, gets on a train. Nothing unusual in that. But the song is delivered in the voice of a gruff American hobo utterly unaccustomed to revealing his deeper emotions. And there comes a moment, midway through the song, when the singer tells us that his heart is breaking. The moment is almost unbearably moving because of the tension between the sentiment itself and the huge resistance that's obviously been overcome to declare it. Tom Waits sings the line with cathartic magnificence, and you feel a lifetime of tough-guy stoicism crumbling in the face of overwhelming sadness.
As I listened to Tom Waits, I realised what I'd still left to do. I'd unthinkingly made the decision, somewhere way back, that my English butler would maintain his emotional defences, that he'd manage to hide behind them, from himself and his reader, to the very end. Now I saw I had to reverse that decision. Just for one moment, towards the end of my story, a moment I'd have to choose carefully, I had to make his armour crack. I had to allow a vast and tragic yearning to be glimpsed underneath.
I should say here that I have, on a number of other occasions, learned crucial lessons from the voices of singers. I refer here less to the lyrics being sung, and more to the actual singing. As we know, a human voice in song is capable of expressing an unfathomably complex blend of feelings. Over the years, specific aspects of my writing have been influenced by, among others, Bob Dylan, Nina Simone, Emmylou Harris, Ray Charles, Bruce Springsteen, Gillian Welch and my friend and collaborator Stacey Kent. Catching something in their voices, I've said to myself: 'Ah yes, that's it. That's what I need to capture in that scene. Something very close to that.' Often it's an emotion I can't quite put into words, but there it is, in the singer's voice, and now I've been given something to aim for.
*
In October 1999 I was invited by the German poet Christoph Heubner on behalf of the International Auschwitz Committee to spend a few days visiting the former concentration camp. My accommodation was at the Auschwitz Youth Meeting Centre on the road between the first Auschwitz camp and the Birkenau death camp two miles away. I was shown around these sites and met, informally, three survivors. I felt I'd come close, geographically at least, to the heart of the dark force under whose shadow my generation had grown up. At Birkenau, on a wet afternoon, I stood before the rubbled remains of the gas chambers – now strangely neglected and unattended – left much as the Germans had left them after blowing them up and fleeing the Red Army. They were now just damp, broken slabs, exposed to the harsh Polish climate, deteriorating year by year. My hosts talked about their dilemma. Should these remains be protected? Should perspex domes be built to cover them over, to preserve them for the eyes of succeeding generations? Or should they be allowed, slowly and naturally, to rot away to nothing? It seemed to me a powerful metaphor for a larger dilemma. How were such memories to be preserved? Would the glass domes transform these relics of evil and suffering into tame museum exhibits? What should we choose to remember? When is it better to forget and move on?
I was 44 years old. Until then I'd considered the Second World War, its horrors and its triumphs, as belonging to my parents' generation. But now it occurred to me that before too long, many who had witnessed those huge events at first hand would not be alive. And what then? Did the burden of remembering fall to my own generation? We hadn't experienced the war years, but we'd at least been brought up by parents whose lives had been indelibly shaped by them. Did I, now, as a public teller of stories, have a duty I'd hitherto been unaware of? A duty to pass on, as best I could, these memories and lessons from our parents' generation to the one after our own?
A little while later, I was speaking before an audience in Tokyo, and a questioner from the floor asked, as is common, what I might work on next. More specifically, the questioner pointed out that my books had often concerned individuals who'd lived through times of great social and political upheaval, and who then looked back over their lives and struggled to come to terms with their darker, more shameful memories. Would my future books, she asked, continue to cover a similar territory?
I found myself giving a quite unprepared answer. Yes, I said, I'd often written about such individuals struggling between forgetting and remembering. But in the future, what I really wished to do was to write a story about how a nation or a community faced these same questions. Does a nation remember and forget in much the same way as an individual does? Or are there important differences? What exactly are the memories of a nation? Where are they kept? How are they shaped and controlled? Are there times when forgetting is the only way to stop cycles of violence, or to stop a society disintegrating into chaos or war? On the other hand, can stable, free nations really be built on foundations of wilful amnesia and frustrated justice? I heard myself telling the questioner that I wanted to find a way to write about these things, but that for the moment, unfortunately, I couldn't think how I'd do it.
*
One evening in early 2001, in the darkened front room of our house in North London (where we were by then living), Lorna and I began to watch, on a reasonable quality VHS tape, a 1934 Howard Hawks film called Twentieth Century. The film's title, we soon discovered, referred not to the century we'd then just left behind, but to a famous luxury train of the era connecting New York and Chicago. As some of you will know, the film is a fast-paced comedy, set largely on the train, concerning a Broadway producer who, with increasing desperation, tries to prevent his leading actress going to Hollywood to become a movie star. The film is built around a huge comic performance by John Barrymore, one of the great actors of his day. His facial expressions, his gestures, almost every line he utters come layered with ironies, contradictions, the grotesqueries of a man drowning in egocentricity and self-dramatisation. It is in many ways a brilliant performance. Yet, as the film continued to unfold, I found myself curiously uninvolved. This puzzled me at first. I usually liked Barrymore, and was a big enthusiast for Howard Hawks's other films from this period – such as His Girl Friday and Only Angels Have Wings. Then, around the film's one hour mark, a simple, striking idea came into my head. The reason why so many vivid, undeniably convincing characters in novels, films and plays so often failed to touch me was because these characters didn't connect to any of the other characters in an interesting human relationship. And immediately, this next thought came regarding my own work: What if I stopped worrying about my characters and worried instead about my relationships?
As the train rattled farther west and John Barrymore became ever more hysterical, I thought about E.M. Forster's famous distinction between three-dimensional and two-dimensional characters. A character in a story became three-dimensional, he'd said, by virtue of the fact that they 'surprised us convincingly'. It was in so doing they became 'rounded'. But what, I now wondered, if a character was three-dimensional, while all his or her relationships were not? Elsewhere in that same lecture series, Forster had used a humorous image, of extracting the storyline out of a novel with a pair of forceps and holding it up, like a wriggling worm, for examination under the light. Couldn't I perform a similar exercise and hold up to the light the various relationships that criss-cross any story? Could I do this with my own work – to stories I'd completed and ones I was planning? I could look at, say, this mentor-pupil relationship. Does it say something insightful and fresh? Or now that I was staring at it, does it become obvious it's a tired stereotype, identical to those found in hundreds of mediocre stories? Or this relationship between two competitive friends: is it dynamic? Does it have emotional resonance? Does it evolve? Does it surprise convincingly? Is it three-dimensional? I suddenly felt I understood better why in the past various aspects of my work had failed, despite my applying desperate remedies. The thought came to me – as I continued to stare at John Barrymore – that all good stories, never mind how radical or traditional their mode of telling, had to contain relationships that are important to us; that move us, amuse us, anger us, surprise us. Perhaps in future, if I attended more to my relationships, my characters would take care of themselves.
It occurs to me as I say this that I might be making a point here that has always been plainly obvious to you. But all I can say is that it was an idea that came to me surprisingly late in my writing life, and I see it now as a turning point, comparable with the others I've been describing to you today. From then on, I began to build my stories in a different way. When writing my novel Never Let Me Go, for instance, I set off from the start by thinking about its central relationships triangle, and then the other relationships that fanned out from it.
*
Important turning points in a writer's career – perhaps in many kinds of career – are like these. Often, they are small, scruffy moments. They are quiet, private sparks of revelation. They don't come often, and when they do, they may well come without fanfare, unendorsed by mentors or colleagues. They must often compete for attention with louder, seemingly more urgent demands. Sometimes what they reveal may go against the grain of prevailing wisdom. But when they come, it's important to be able to recognise them for what they are. Or they'll slip through your hands.
I've been emphasising here the small and the private, because essentially that's what my work is about. One person writing in a quiet room, trying to connect with another person, reading in another quiet – or maybe not so quiet – room. Stories can entertain, sometimes teach or argue a point. But for me the essential thing is that they communicate feelings. That they appeal to what we share as human beings across our borders and divides. There are large glamorous industries around stories; the book industry, the movie industry, the television industry, the theatre industry. But in the end, stories are about one person saying to another: This is the way it feels to me. Can you understand what I'm saying? Does it also feel this way to you?
*
So we come to the present. I woke up recently to the realisation I'd been living for some years in a bubble. That I'd failed to notice the frustration and anxieties of many people around me. I realised that my world – a civilised, stimulating place filled with ironic, liberal-minded people – was in fact much smaller than I'd ever imagined. 2016, a year of surprising – and for me depressing – political events in Europe and in America, and of sickening acts of terrorism all around the globe, forced me to acknowledge that the unstoppable advance of liberal-humanist values I'd taken for granted since childhood may have been an illusion.
I'm part of a generation inclined to optimism, and why not? We watched our elders successfully transform Europe from a place of totalitarian regimes, genocide and historically unprecedented carnage to a much-envied region of liberal democracies living in near-borderless friendship. We watched the old colonial empires crumble around the world together with the reprehensible assumptions that underpinned them. We saw significant progress in feminism, gay rights and the battles on several fronts against racism. We grew up against a backdrop of the great clash – ideological and military – between capitalism and communism, and witnessed what many of us believed to be a happy conclusion.
But now, looking back, the era since the fall of the Berlin Wall seems like one of complacency, of opportunities lost. Enormous inequalities – of wealth and opportunity – have been allowed to grow, between nations and within nations. In particular, the disastrous invasion of Iraq in 2003, and the long years of austerity policies imposed on ordinary people following the scandalous economic crash of 2008, have brought us to a present in which Far Right ideologies and tribal nationalisms proliferate. Racism, in its traditional forms and in its modernised, better-marketed versions, is once again on the rise, stirring beneath our civilised streets like a buried monster awakening. For the moment we seem to lack any progressive cause to unite us. Instead, even in the wealthy democracies of the West, we're fracturing into rival camps from which to compete bitterly for resources or power.
And around the corner – or have we already turned this corner? – lie the challenges posed by stunning breakthroughs in science, technology and medicine. New genetic technologies – such as the gene-editing technique CRISPR – and advances in Artificial Intelligence and robotics will bring us amazing, life-saving benefits, but may also create savage meritocracies that resemble apartheid, and massive unemployment, including to those in the current professional elites.
So here I am, a man in my sixties, rubbing my eyes and trying to discern the outlines, out there in the mist, to this world I didn't suspect even existed until yesterday. Can I, a tired author, from an intellectually tired generation, now find the energy to look at this unfamiliar place? Do I have something left that might help to provide perspective, to bring emotional layers to the arguments, fights and wars that will come as societies struggle to adjust to huge changes?
I'll have to carry on and do the best I can. Because I still believe that literature is important, and will be particularly so as we cross this difficult terrain. But I'll be looking to the writers from the younger generations to inspire and lead us. This is their era, and they will have the knowledge and instinct about it that I will lack. In the worlds of books, cinema, TV and theatre I see today adventurous, exciting talents: women and men in their forties, thirties and twenties. So I am optimistic. Why shouldn't I be?
But let me finish by making an appeal – if you like, my Nobel appeal! It's hard to put the whole world to rights, but let us at least think about how we can prepare our own small corner of it, this corner of 'literature', where we read, write, publish, recommend, denounce and give awards to books. If we are to play an important role in this uncertain future, if we are to get the best from the writers of today and tomorrow, I believe we must become more diverse. I mean this in two particular senses.
Firstly, we must widen our common literary world to include many more voices from beyond our comfort zones of the elite first world cultures. We must search more energetically to discover the gems from what remain today unknown literary cultures, whether the writers live in far away countries or within our own communities. Second: we must take great care not to set too narrowly or conservatively our definitions of what constitutes good literature. The next generation will come with all sorts of new, sometimes bewildering ways to tell important and wonderful stories. We must keep our minds open to them, especially regarding genre and form, so that we can nurture and celebrate the best of them. In a time of dangerously increasing division, we must listen. Good writing and good reading will break down barriers. We may even find a new idea, a great humane vision, around which to rally.
To the Swedish Academy, the Nobel Foundation, and to the people of Sweden who down the years have made the Nobel Prize a shining symbol for the good we human beings strive for – I give my thanks.

Πέμπτη, 7 Δεκεμβρίου 2017

LIES by J.M.COETZE


 


Dear Norma,
I am writing from San Juan, from the one and only hotel here. I visited Mother this afternoon—a half-hour drive along a tortuous road. Her condition is as bad as I had feared, and worse. She cannot walk without her stick, and even then she is very slow. She has not been able to climb the stairs since returning from the hospital. She sleeps on the sofa in the living room. She tried to have her bed shifted downstairs, but the men said it had been built in situ, could not be moved without being taken to pieces first. (Didn’t Penelope have a bed like that—Homer’s Penelope?)
 
Her books and papers are all upstairs—no space for them downstairs. She frets, says she wants to get back to her desk, but can’t.There is a man named Pablo who helps in the garden. I asked who does the shopping. She says she lives on bread and cheese plus what the garden provides, doesn’t need more. Nevertheless, I said, couldn’t she get one of the women from the village to come in and cook and clean? She wouldn’t hear of it—she doesn’t have relations with the village, she says. What about Pablo? I said—Isn’t Pablo part of the village? Pablo is my responsibility, she said. Pablo does not belong to the village.
Pablo sleeps in the kitchen, as far as I can see. He is not all here, or not all there, or whatever the euphemism is. I mean, I think he is an idiot, a simpleton.
I didn’t raise the chief subject—wanted to, but didn’t have the courage. I’ll do so when I see her tomorrow. I can’t say I am hopeful. She has been cool to me. She has a shrewd idea, I suspect, of why I have come.
Sleep well. Give my love to the children.
John
“Mother, can we discuss your living arrangements? Can we talk about the future?”
His mother, seated in her stern old armchair, built no doubt by the same carpenter who built the immovable bed, says not a word.
“You must know that Helen and I worry about you. You have had one bad fall, and it is only a matter of time before you have another. You aren’t getting any younger, and living by yourself in a house with steep stairs in a village where you are not on good terms with your neighbors—frankly, it doesn’t seem a viable existence, not anymore.”
“I don’t live by myself,” his mother says. “Pablo is with me. I have Pablo to rely on.”
“I agree, Pablo lives with you. But can you really rely on Pablo in an emergency? Was Pablo any help to you last time? If you hadn’t been able to telephone the hospital, where would you be today?”
Even as the words leave his mouth, he knows he has made a mistake.
“Where would I be?” says his mother. “You seem to know the answer, so why ask me? Under the earth, being devoured by worms, I presume. Is that what I am supposed to say?”
“Mother, please be reasonable. Helen has been investigating and has located two places not far from where she lives where you would be well looked after and where she and I believe you would feel at home. Will you allow me to tell you about them?”
“Two places. By places do you mean institutions? Institutions where I will feel at home?”
“Mother, you can call them what you will, you can sneer at Helen and sneer at me, but that doesn’t alter the facts—the facts of life. You have already had one serious accident, of which you are suffering the consequences. Your condition is not going to get better. On the contrary, it is all too likely to get worse. Have you thought what it will be like to be bedridden in this godforsaken village with only Pablo to see to your needs? Have you thought what it will be like for Helen and me, knowing that you are in need of care, yet unable to care for you? Because we can’t come flying thousands of kilometers every weekend, can we?”
“I don’t expect you to.”
“You don’t expect us to, but that is what we will have to do, that is what one does if one loves someone. So please do me a favor and listen quietly while I set the alternative before you. Tomorrow or the next day or the day after that, you and I will leave this place and drive to Nice, to Helen. Before we leave I will help you pack up everything that is important to you, everything you want to hold on to. We will pack it all in boxes ready to be shipped once you are settled.
“From Nice Helen and I will take you to see the two homes I mentioned, the one in Antibes, the other just outside Grasse. You can have a look at them and see how you feel. We will put no pressure on you, none at all. If you like neither, so be it, you can stay with Helen while we look elsewhere, there is plenty of time.
“We just want you to be happy, happy and safe, that is the goal of it all. We want to be sure that if there is some mishap, there will be someone at hand, and you will be taken care of.
“I know you don’t like institutions, Mother. Nor do I. Nor does Helen. But there comes a point in our lives when we have to compromise between what we ideally want and what is good for us, between independence on the one hand and security on the other. Here in Spain, in this village, in this house, you have no security at all. I know you disagree, but that is the brute reality. You could fall ill and no one would know about it. You could have another fall, and lie unconscious, or with broken limbs. You could die.”
His mother gives a little flick of the hand, as if to dismiss the possibility.
“The places Helen and I are proposing are not like institutions from the old days. They are well designed, well supervised, well run. They are expensive because they spare no expense in the interest of their clientele. One pays, and in return one gets first-class care. If it turns out that expense is an issue, Helen and I will happily contribute. You will have your own small apartment; in Grasse, you can have a small garden of your own too. You can either take your meals in the restaurant or have them brought to your apartment. Both places have a gymnasium and a swimming pool; they have medical staff on hand at all times, and physiotherapists. They may not be heaven, but for someone in your position they are the next best thing.”
“My position,” says his mother. “And what exactly is my position, according to you?”
He throws up his hands in exasperation. “Do you want me to say it?” he says. “Do you really want me to say the words?”
“Yes. Just for a change, just as an exercise, tell me the truth.”
“The truth is that you are an old woman in need of care. Which a man like Pablo cannot give.”
His mother shakes her head. “Not that truth. Tell me the other truth, the real truth.”
The real truth?”
“Yes, the real truth.”
Dear Norma,
“The real truth”: that was what she demanded, or perhaps implored.
She knows very well what the real truth is, as do I, so it should not have been hard to speak the words. And I was angry enough to do so—angry at having to come all this way to perform a duty for which you or Helen or I will get no thanks, not in this world.
But I could not. I could not say to her face what I have no difficulty in writing here, now, to you: The real truth is that you are dying. The real truth is that you have one foot in the grave. The real truth is that already you are helpless in the world, and tomorrow you will be even more helpless, and so forth day after day, until the day comes when there will be no help at all. The real truth is that you are in no position to negotiate. The real truth is that you cannot say No.
You cannot say No to the ticking of the clock. You cannot say No to death. When death says Come, you must bow your head and come. Therefore accept. Learn to say Yes. When I say, Leave behind the home you have made for yourself in Spain, leave behind your familiar things, come and live in—yes—an institution where a nurse from Guadaloupe will wake you up in the morning with a glass of orange juice and a cheery greeting (Quel beau jour, Madame Costello!), do not frown, do not dig in your heels. Say Yes. Say, I agree. Say, I am in your hands. Make the best of it.
Dear Norma, there will come a day when you and I too will need to be told the truth, the real truth. So can we make a pact? Can we promise that we won’t lie to each other, that no matter how hard it may be to say the words, we will say them—the words It is not going to get better, it is going to get worse, and it is going to go on getting worse until it can get no worse, until it is the very worst?
Your loving husband,
John

Ελλάδα- Τουρκία, ένα προσωπικό κείμενο στην Ελευθεροτυπία (Μάρτιος 2000)

Ελλάδα-Τουρκία, Το νέο κλίμα: Ο γείτονάς μου ο Τούρκος. Ο γείτονάς μου ο Έλληνας

ΑΜΑΝ ΠΙΑ.... 
 
Το ντέρτι δυο λαών 
 
«Δε μπορώ, όχι, δε μπορώ να την υποφέρω πια!...Τι πληγή ειν’
αυτή που μου ’στειλες θε μου;... Ως πότε θα την έχω στην
καμπούρα μου;..» (Κ. Ταχτσής: Τρίτο στεφάνι)

Για μερικά χρόνια νόμιζα ότι είχα ξεμπλέξει με την Τουρκία. Πράγματι το τελευταίο διάστημα με ενοχλούσε το επιθετικό της ύφος, η προκλητική της αυθάδεια και αυταρέσκεια, η αίσθηση της μοναδικότητας που προέβαλε για τη γεωγραφική της θέση και την αποστολή της. Ώσπου φέτος βρέθηκα στην κοινή συναυλία της Χαρούλας Αλεξίου και της Σεζάν Ακτσού παρά το γεγονός ότι αποφεύγω εκδηλώσεις με προκαθορισμένους στόχους. Mας παρακίνησε να πάμε ένας Σερραίος φίλος, ανατολικοθρακιώτικης καταγωγής, που έμαθε τούρκικα στο Ίδρυμα Μελετών Χερσονήσου Αίμου. Μαζί μας και δυο Δραμινές φίλες, ποντιακής καταγωγής και αυτές.
Στο κατάμεστο «Παλλάς» η πάθηση επανήλθε. Πρώτη σειρά καθισμένοι κλαίγαμε, φωνάζαμε και τραγουδούσαμε φέρνοντας σε αμηχανία όχι μόνον τους θεατές τριγύρω μας αλλά και τους ίδιους μας τους εαυτούς. Τίποτε δεν είχε αλλάξει λοιπόν. Ως πότε θα την έχω στην καμπούρα μου;
Η τούρκικη πάθηση με ταλανίζει κάπου σαράντα χρόνια. έχοντας περάσει από πολλές φάσεις και διακυμάνσεις. Με υφέσεις και εξάρσεις σαν να τα προσχεδιασμένα προκλητικά επεισόδια.
Παιδί ήμουν και ανάμεσα στις πρώτες λέξεις που μάθαινα στον προσφυγομαχαλά του Παλαιοχωρίου ξεχώριζα τις πιο βαριές και άγνωστες κουβέντες. Άκουγα τον παππού και τη γιαγιά να συνεννοούνται καλύτερα στα τούρκικα ενώ στη συζήτηση έμπαινε και ο μπαμπάς. Δεν ήταν η ανάμνηση της τούρκικης γλώσσας που συντηρούσαν οι παππούδες μου σαράντα χρόνια μετά τον ερχομό τους. Γι αυτούς ήταν μια δίγλωσση εμπειρία. Καμιά θλιβερή μνήμη δε μπορούσε να εμποδίσει την τουρκόφωνη διάσταση της ζωής τους.
Στο μεταξύ εγώ μάθαινα αγγλικά και γερμανικά από έναν δάσκαλο που ερχόταν στο χωριό. Στην αρχή της εφηβείας μου έκραζα τις τούρκικες ταινίες που παίζονταν στον τοπικό κινηματογράφο «Μέγας Αλέξανδρος» ενώ δίπλα μου έκλαιγαν με λυγμούς όχι μόνον οι πρόσφυγες του χωριού αλλά και οι βαθιά ριζωμένοι ντόπιοι στους οποίους όφειλα τη δεύτερη εκδοχή της καταγωγής μου. Στο σχολείο μάθαινα πόσο εχθροί ήταν οι Τούρκοι και στα χαλάσματα των παλιών σπιτιών πολεμούσα τα κόκκινα φέσια έχοντας δίπλα μου μια ευτραφή γειτονοπούλα στον ρόλο της Μπουμπουλίνας ντυμένη βουλγάρικη μπάμπουσκα ελλείψει άλλης ιστορικής αμφίεσης.
Προς το τέλος της δεκαετίας του εβδομήντα η Τουρκία ήταν για μένα μια χώρα αγνοουμένων σαν εκείνους τους «αγνοούμενους» που τους αναζητούσαν οι Κύπριες μάνες με τις φωτογραφίες στο χέρι. Εγώ σπούδαζα αγγλική φιλολογία, η εισβολή στην Κύπρο ήταν γεγονός ενώ η δυτική κουλτούρα εισέβαλε από παντού στο φοιτητικό διαμέρισμα της Σαλονίκης. Πού καιρός για αλλόθρησκους!
Ύστερα ήρθε ο στρατός. Το ναυτικό για την ακρίβεια. Και οι ναυτικές δυνάμεις σε αντίθεση με τις χερσαίες έχουν λόγω ύπαρξης και πλεύσης μόνον για να υπερασπίζονται τη χώρα από την θαλασσοπνίχτρα γείτονα. Παρακολουθούσαμε το «Σισμίκ» και το «Χόρα». Μπαινοβγαίναμε και εμείς και αυτοί σε χωρικά και μη ύδατα -λίγο δύσκολο να χαράξεις όρια πάνω στο κυματιστό πέλαγος! Κάποια στιγμή βρεθήκαμε τόσο παραδίπλα που χαιρετηθήκαμε με έναν ναύτη τούρκο. «Λες να ’ναι εχθρός μου;» αναρωτήθηκα. «Απ’ αυτόν κινδυνεύω; Λες να πρέπει να εξοντώσω αυτό το παιδί που μου μοιάζει;»
Κάτι δε μου άρεσε τότε. Κάτι παράλογο και ψεύτικο φυσούσε σαν μελτέμι. Κάποιοι άλλοι αποφάσιζαν να γίνουμε εχθροί με τους διπλανούς μας όπως και σήμερα κάποιοι άλλοι προαποφασίζουν για τη φιλία μας. Όμως όσες πολιτικές και να χαραχθούν, όσα σχέδια και να εκπονηθούν, τίποτε δεν μπορεί να υποκαταστήσει τον ανθρώπινο παράγοντα. Εκείνον τον ναύτη, στο «εχθρικό» κατάστρωμα, που χαμογελούσε κι ας μην διακρινόταν το γέλιο του. Εγώ το έβλεπα διάπλατο. Οι διασκέψεις και τα λόγια πάνε κι έρχονται σαν κύματα και μποφόρ καμιά φορά. Οι άνθρωποι όμως αποτελούν σταθερές αξίες τους γιατί τα συναισθήματα δεν χαρτογραφούνται στα επιτελεία παρά στις ψυχές τους.
Μετά την θητεία μου έτυχε να γνωρίσω την «εχθρική παράδοση» από κοντά. Διορισμένος καθηγητής στο Τριεθνές του Έβρου (δι-εχθρικό σημείο συνάντησης λαών λόγω και της Βουλγαρίας τότε) άρχισα να ταξιδεύω στην Ανατολή.
Πρώτος σταθμός η Αδριανούπολη που την έβλεπα από το μπαλκόνι μου στην Ορεστιάδα. Χώθηκα στα παζάρια, στα χαμάμ, στα πικάντικα εστιατόρια, γνώρισα ανθρώπους κάθε λογής, φοιτητές, εργάτες, ανθρώπους της αποδώ όχθης του Έβρου. Η χαμένη ανατολή ξεπηδούσε στα παραμύθια του ογδόντα, λίγο άναρχη και τσαπατσούλα, ζαλισμένη κι αυτή με όσα έπρεπε να αντιμετωπίσει στα «εκσυγχρονισμένα» χρόνια που έρχονταν. Διακοπές στη Κωνσταντινούπολη, στην Σμύρνη και στο Αϊβαλί, πέρα δώθε από τα νησιά μας στα παράλια της Μικρασίας. Φίλοι και φίλες, γλέντια, παρέες, συναντήσεις φιλικές και ερωτικές.
Ύστερα άρχισαν οι φανατικές υστερίες, οι βόμβες κι οι προβοκάτσιες. Ο Ευρωπαϊκός εγωισμός μου διαμαρτυρήθηκε. Πείσμωσα. Είχα την εντύπωση ότι με πρόδιδαν για άλλη μια φορά. Απομακρύνθηκα με ιλιγγιώδη ταχύτητα από την ευρασιατική όχθη, βυθιζόμουν στο ευρωπαϊκό όραμα μόνο που κάθε φορά που επισκεπτόμουν τις χώρες της Ευρώπης ένιωθα να περιπλανώμαι σε ένα άψυχο μουσείο. Κάτι έλειπε από εδώ και με πονούσε.
Ήταν η ξεχασμένη ανατολή, οι ενοχές της απάρνησης του άλλου μας εαυτού, η ονείρωξη του χριστιανικού υποσυνείδητου, ο φαλλικός μιναρές που υψωνόταν απειλητικά πάνω από το λαβυρινθώδες clubbing των μεγαλουπόλεων.
Λίγο αργότερα παρασύρθηκα από μιαν άλλη ιδιότητα που και αυτήν πήγαν να μας την μπολιάσουν πάνω που ανακαλύπταμε τον υποτιθέμενο εξευρωπαϊσμένο μας εαυτό: την βαλκανικότητα.
Ο βαλκανικός ιός πήρε μορφή επιδημίας στη δεκαετία του ενενήντα. Τελικά με κούρασαν η βία και η ασυνεννοησία των βαλκανικών κρατών όπως και η ύπουλη στάση της δύσης. Ταλανιζόμενος μεταξύ Βαλκανίων και Ανατολής άρχισα να γέρνω πάλι προς την δεύτερη. Σαν να με αφορούσε περισσότερο. Ήταν πιο μεσογειακή; Έφταιγε η θάλασσα; Η μοίρα των γονιδίων; Τα στροβιλίσματα των δερβίσηδων στην λαϊκή μου ώρα; ΄Ο, τι και να’ ταν δεν νομίζω να υπάρχει πιο παθιασμένη και αρρωστημένη σχέση στον κόσμο μεταξύ δύο πολιτισμών και θρησκειών. Δύο λαών και δύο ηπείρων.
Οι σεισμοί κινητοποίησαν όλους όσους δεν είχαν μνήμες και γονίδια ανατολής. Οι συγκρούσεις στα βάθη της γης ανακίνησαν νέες συνειδήσεις. Εμείς, οι μολυσμένοι της ανατολής, τρομάξαμε πάλι. Άραγε τώρα μας καταλάβαινε ο κόσμος; Γιατί, επιμένω, το ζήτημα της προσέγγισης, είναι ζήτημα του κόσμου. Όσο θα υπάρχουν βίζες, πονηρά διαβατήρια, εξοπλισμοί, παρελάσεις, διασκέψεις, σύμφωνα φιλίας και διαχωριστικές γραμμές, τόσο ο κόσμος θα εμποδίζεται να συνομιλεί. Αφήστε τους ανθρώπους να βρεθούν ελεύθερα και ύστερα θα δείτε.
Φυσικά κάθε προσέγγιση έχει τον τρόπο της και η λογοτεχνία το δικό της. Γράφοντας το 1998 τα «Νερά της Χερσονήσου» όπου θριάμβευε ο «έρωτας» ενός Έλληνα και ενός Μουσουλμάνου τους άφηνα στο τέλος να χωρίζουν, αγαπημένοι και μονιασμένοι, σε ένα σταυροδρόμι της Πόλης. Αρχές του αιώνα χώριζαν με την ελπίδα να ξαναβρεθούν. Η γυναικεία ηρωίδα, μια βιασμένη Ελληνίδα, θα γεννούσε παιδιά από μουσουλμανικό σπέρμα στην Καβάλα. Το βιβλίο τρόμαξε αρκετό κόσμο, εθισμένο στη μακιγιαρισμένη λογοτεχνία.
Ήταν κι αυτό μια εκδοχή: Ο καθένας στο δρόμο του, ήρεμα και πολιτισμένα. Μακάρι σήμερα οι δρόμοι αυτοί να γίνουν διπλής κατεύθυνσης. Ανατολικά και δυτικά και ας τέμνονται κάπου στην υπεροπτική και κατηχητική Ευρώπη. Πιστεύω ότι με λίγη ευρωπαϊκή μόλυνση η Τουρκία θα ξαναδεί τον παλιό και τον καινούργιο της εαυτό. Τρομαγμένη και πιο υποψιασμένη ίσως να σκύψει με κατανόηση στην μικρή χώρα δίπλα της που βιάστηκε να αλλαξοδρομήσει.
Το άνοιγμα στον κόσμο, η παγκοσμιοποίηση, ίσως αναγκάσει όλους μας να δούμε τις αληθινές μας προτεραιότητες και τις πραγματικές αγάπες. Και ότι δεν είμαστε μόνοι. Μέχρι τότε όμως το ντέρτι θα συνεχίζεται. Αμάν πια!
«Δε θα βρεθεί επιτέλους κανένας στραβός χριστιανός να την πάρει...!»
Ελευθεροτυπία Τεύχος-αφιέρωμα:
«Ελλάδα-Τουρκία, Το νέο κλίμα:
Ο γείτονάς μου ο Τούρκος. Ο γείτονάς μου ο Έλληνας»
Παρασκευή 24 Μαρτίου 2000

Σάββατο, 2 Δεκεμβρίου 2017

Κρατικό βραβείο Μυθιστορήματος στη ΖΩΗ ΜΕΘΟΡΙΑ

Από το dimart
Το Τμήμα Γραμμάτων, Βιβλίου & Ψηφιακού Περιεχομένου της Διεύθυνσης Εφαρμογής Πολιτιστικής Πολιτικής της Γενικής Διεύθυνσης Σύγχρονου Πολιτισμού του Υπουργείου Πολιτισμού και Αθλητισμού ανακοίνωσε σήμερα τα Κρατικά Βραβεία Λογοτεχνίας 2016, που αφορούν εκδόσεις έτους 2015, στα οποία κατέληξε η Επιτροπή Κρατικών Βραβείων Λογοτεχνίας από τον «βραχύ κατάλογο» των υποψήφιων προς βράβευση έργων.
Παράλληλα δόθηκε στη δημοσιότητα το σκεπτικό βράβευσης της αρμόδιας Επιτροπής για κάθε κατηγορία βραβείου.

ΜΕΓΑΛΟ ΒΡΑΒΕΙΟ ΓΡΑΜΜΑΤΩΝ

Στον Βασίλη Βασιλικό, για το σύνολο του έργου του.
ΣΚΕΠΤΙΚΟ: Ο Βασίλης Βασιλικός, γεννημένος στην Καβάλα το 1934 και με σπουδές κινηματογράφου στη Νέα Υόρκη, είναι ένας συγγραφέας που εμφανίστηκε αρκετά πρώιμα στα γράμματα με το βιβλίο του Η διήγηση του Ιάσονα. Στα χρόνια που ακολούθησαν τα βιβλία του πάντοτε έκαναν ιδιαίτερη αίσθηση και ήταν πάντα σε γόνιμο διάλογο με την ευρωπαϊκή και την αμερικανική λογοτεχνία. Πέρα από την νεανική τριλογία του Το φύλλο, το Πηγάδι και Το αγγέλιασμα, ο Βασιλικός είναι ο συγγραφέας του μυθιστορηματικού χρονικού Ζ, όπου αναπαρέστησε με μεγάλη αφηγηματική δεινότητα τη δολοφονία του βουλευτή Γρηγόρη Λαμπράκη το 1963. Το Ζ με την μεταφορά του στον κινηματογράφο από τον Κώστα Γαβρά έκανε πολύ γνωστό τον συγγραφέα σε όλο τον κόσμο. Με την αυτοεξορία του σε χώρες της Ευρώπης μετά το στρατιωτικό πραξικόπημα του 1967 έγινε ένας από τους διαχρονικά πιο γνωστούς ΄Ελληνες συγγραφείς, ενώ τα βιβλία του μεταφράστηκαν σε πολλές γλώσσες. Εκτός από το καθεαυτό συγγραφικό του έργο που εξακολουθεί έως σήμερα να είναι δραστικό, ο Βασιλικός ανέπτυξε και έντονη πολιτισμική δράση από δημόσιες θέσεις που κατά καιρούς είχε: στην ελληνική τηλεόραση, ως εκπρόσωπος της Ελλάδας στην Unesco, ως Πρόεδρος της Εταιρείας Συγγραφέων και ως δημιουργός της πολύχρονης τηλεοπτικής εκπομπής Άξιον εστί. Έχοντας υπόψη της όλα τα πλούσια και σημαντικά στοιχεία του έργου και της ενγένει προσφοράς του, η Επιτροπή αποφάσισε ομόφωνα να τον τιμήσει με το Μεγάλο Βραβείο Γραμμάτων.
βασιλικός β


ΚΡΑΤΙΚΟ ΒΡΑΒΕΙΟ ΜΥΘΙΣΤΟΡΗΜΑΤΟΣ

Στον Θεόδωρο Γρηγοριάδη, για το έργο του με τίτλο Ζωή μεθόρια, Εκδόσεις Πατάκη.
γρηγοριάδης βιβλίο
ΣΚΕΠΤΙΚΟ: Ο Θεόδωρος Γρηγοριάδης εντάσσει στην πλοκή του βιβλίου του αυτού (χαρακτηρίστηκε μυθιστόρημα δρόμου) το κλίμα της γενιάς που ενηλικιώθηκε στα πρώτα χρόνια της μεταπολίτευσης και πορεύτηκε μέσα από κοινωνικοπολιτικές μεταμορφώσεις. Η ηρωίδα του, η Ζωή, που χαρακτηρίζεται από τη ρευστότητα και την επίμονη προσήλωση στην έννοια της ελευθερίας, αυτονομείται και επαναπροσδιορίζεται ξεριζώνοντας από μέσα τις εμμονές και δεισιδαιμονίες.
γρηγοριάδης
Στην κατηγορία των μυθιστορημάτων αποτέλεσε αντικείμενο συζήτησης και συμμετείχε στην τελική ψηφοφορία και το βιβλίο του Τάκη Θεοδωρόπουλου, Βερονάλ, Εκδόσεις Μεταίχμιο. Πέρα από το ότι ο Θεοδωρόπουλος συστήνει στο πλατύ κοινό της λογοτεχνίας έναν λόγιο, τον Ιωάννη Συκουτρή, που ίσως δεν έχει καν ακούσει, συγχρόνως αναβιώνει τη ζωή, τα ήθη και την καθημερινότητα της νεοελληνικής κοινωνίας της εποχής. Κι όλα αυτά με μια γοητευτική γραφή και μια πολύ προσεγμένη γλώσσα που ορίζουν ένα απολαυστικό ανάγνωσμα.
Επίσης στην ίδια κατηγορία συζητήθηκε και το βιβλίο της Κάλλιας Παπαδάκη, Δενδρίτες, Εκδόσεις Πόλις. Με φόντο το Κάμπτεν του Νιου Τζερσεϋ, εκτυλίσσεται η ιστορία ενός Έλληνα μετανάστη που έφτασε στις ΗΠΑ την εποχή της ποτοαπαγόρευσης και του γιου του, ο οποίος γεννήθηκε εκεί, χωρίς τελικά να καταφέρει και αυτός να πραγματοποιήσει το αμερικανικό όνειρο. Το βιβλίο, προϊόν έρευνας, διαθέτει αφηγηματικές αρετές. Η συγγραφέας  διακρίθηκε από την πρώτη της εμφάνιση στο χώρο του βιβλίου με τον  Ήχο του ακάλυπτου (διηγήματα).

ΚΡΑΤΙΚΟ ΒΡΑΒΕΙΟ ΔΙΗΓΗΜΑΤΟΣ – ΝΟΥΒΕΛΑΣ

Στον Ηλία Παπαμόσχο, για το έργο του με τίτλο Η αλεπού της σκάλας και άλλες ιστορίεςΕκδόσεις Κίχλη.
παπαμόσχος βιβλίο
ΣΚΕΠΤΙΚΟ: Ο Παπαμόσχος με τρόπο λιτό, κοφτό, σχεδόν λαχανιαστό, καταπιάνεται με θέματα παραδοσιακά της διηγηματογραφίας. Πράγματα απλά και ευτελή με τον ιδιαίτερο λόγο του Παπαμόσχου μεγαλώνουν και απλώνουν ως εκεί που φτάνει η φαντασία του αναγνώστη. Όλα τα διηγήματα της συλλογής ισότιμα σε αφηγηματική δύναμη προσφέρουν αφορμές για προβληματισμό.
παπαμόσχος
Από τα άλλα βιβλία διηγημάτων συζητήθηκε και συμμετείχε στην ψηφοφορία το βιβλίο της Έλενας Μαρούτσου, Οι χυδαίες ορχιδέες, Εκδόσεις Κίχλη. Ιστορίες που, είτε ομολογούν είτε υπαινίσσονται το θέμα της σεξουαλικότητας, ορίζουν ένα θεματικό σύνολο αρμονικά δουλεμένο με ωραίο λόγο και εύστροφο χειρισμό της γλώσσας. Μοιάζουν όμως να επαναλαμβάνονται πράγμα που αποδυναμώνει κάποιες από τις ιστορίες αυτές. 

ΚΡΑΤΙΚΟ ΒΡΑΒΕΙΟ ΠΟΙΗΣΗΣ

Εξ ημισείας, στον Δημήτρη Αγγελή, για το έργο του με τίτλο Ένα ελάφι δακρύζει πάνω στο κρεβάτι μουΕκδόσεις Πόλις και στη Σοφία Κολοτούρου για το έργο της με τίτλο Η τρίτη γενιάΕκδόσεις Τυπωθήτω.
αγγελής βιβλίοκολοτ βιβλίο
ΣΚΕΠΤΙΚΟ: Στο βιβλίο του ο Δημήτρης Αγγελής τολμά, τόσο σε επίπεδο ποιητικού πειραματισμού, όσο και σε επίπεδο ιδεών. Απογυμνωμένος από ωραιοποιήσεις και εξωραϊσμούς, στέκεται μονάχος απέναντι στη ίδια του την τέχνη και εκπέμπει σήματα ζώσας ποιητικής αγωνίας για τον καιρό του. Η εικονοπλαστική ικανότητά του φαίνεται καθαρά και στο εξής ποίημα: Κορίτσι άγουρο η πόλη μου σήμερα/ φοβισμένη με λερό φουστανάκι/ κάθεται στα σκαλιά της πολυκατοικίας της/ απλώνει το χέρι στους περαστικούς/ μαζεύει σπασμένα δόντια.
αγγελής
Αφηγηματικά, αυτοβιογραφικά ή ποιήματα για τα βιωμένα παρόντα είναι αυτά της Κολοτούρου, η οποία έχει επιστρέψει από τον ελεύθερο στίχο στο μέτρο, στο στροφικό ομοιοκατάληκτο σύστημα. Διαυγή, ευαίσθητα, λυρικά, αξίζουν όχι μόνο για την ανάγνωση και ιδίαν απόλαυση αλλά γιατί ανοίγουν τον δρόμο, εκπαιδεύουν τον αναγνώστη στην εκτίμηση και την απόλαυση της παλαιότερης έμμετρης ποίησης.
κολοτούρου

ΚΡΑΤΙΚΟ ΒΡΑΒΕΙΟ ΔΟΚΙΜΙΟΥ – ΚΡΙΤΙΚΗΣ

Στον Σταύρο Ζουμπουλάκη, για το έργο του με τίτλο Υπό το φως του μυθιστορήματοςΕκδόσεις Πόλις.
zoumbou vivlio
ΣΚΕΠΤΙΚΟ: Καλογραμμένη συλλογή δοκιμίων για δέκα μυθιστορήματα οκτώ πεζογράφων παγκοσμίου εμβέλειας, συνοδευόμενα από ένα εισαγωγικό κείμενο για τον Θερβάντες, πατέρα του ευρωπαϊκού αυτού λογοτεχνικού είδους, και ένα επίμετρο στο οποίο διατυπώνονται απορίες και ερωτήματα για τη σχέση παγκοσμιοποίησης και μυθιστορήματος. Ύφος γλαφυρό, βαθιά γνώση του θέματος, λόγος νηφάλιος και απαλλαγμένος από προσκολλήσεις σε βαριά και δυσνόητα θεωρητικά σχήματα, κάνουν ευχάριστη και επωφελή την ανάγνωση για κάθε ενδιαφερόμενο.
zoumpoulakis

ΚΡΑΤΙΚΟ ΒΡΑΒΕΙΟ ΜΑΡΤΥΡΙΑΣ – ΒΙΟΓΡΑΦΙΑΣ – ΧΡΟΝΙΚΟΥ – ΤΑΞΙΔΙΩΤΙΚΗΣ ΛΟΓΟΤΕΧΝΙΑΣ

Στον Γιώργο Βέη, για το έργο του με τίτλο Παντού. Μαρτυρίες, μεταμορφώσεις, Εκδόσεις Κέδρος.
βέης βιβλίο
ΣΚΕΠΤΙΚΟ: Ταξιδιωτικές εντυπώσεις από ενδιαφέροντες (όσο και άγνωστους στο ελλαδικό κοινό) χώρους της Άπω Ανατολής, τους οποίους γνωρίζει άριστα ο συγγραφέας. Αφήγηση σε γλώσσα ρέουσα, κάποτε ποιητική, με υψηλές λογοτεχνικές αξιώσεις – όπως συμβαίνει, άλλωστε, στα σχετικά γραπτά του Βέη. Σιγκαπούρη, Κόλπος της Γουινέας, Κίνα, Ταϊβάν, Κορέα, Μαλαισία, Ιαπωνία, Ινδονησία και πρόσωπα, τοπία, έθιμα και ποικίλα γεγονότα του ιστορικού παρελθόντος τους, γίνονται οικεία στον αναγνώστη και του τραβούν το ενδιαφέρον, ωθώντας τον να διαβάσει το βιβλίο απνευστί. Σχετικό φωτογραφικό παράρτημα και ένα επιλογικό κείμενο για τη Σάμο ολοκληρώνουν ένα άρτιο αισθητικά και τυποτεχνικά βιβλίο.
Γιώργος-Βέης-2
Στην ίδια κατηγορία συζητήθηκε και το βιβλίο του Βασίλη Βασιλικού, Ημερολόγιο Θάσου, Εκδόσεις Gutenberg. Γράφοντας ημερολογιακές σημειώσεις στο χωριό του πατέρα του, στη Θάσο, δίπλα σε όσα συμβαίνουν στην εκεί καθημερινότητά του, αναθυμάται στιγμές της ζωής του στην Ελλάδα και στο εξωτερικό, ρέποντας προς την αυτοβιογραφία, σε λόγο ρέοντα και γλαφυρό. Συνοδεύονται από τέσσερα σύντομα κείμενα του συγγραφέα για τη Θάσο.

ΚΡΑΤΙΚΟ ΒΡΑΒΕΙΟ ΠΡΩΤΟΕΜΦΑΝΙΖΟΜΕΝΟΥ ΣΥΓΓΡΑΦΕΑ

Εξ ημισείας, στη Βασιλεία Γεωργίου για το έργο της με τίτλο Η έκτη μέραΕκδόσεις Γαβριηλίδης και στον  Χρήστο Κολτσίδα για το έργο του με τίτλο Τα ορεινά, Εκδόσεις Μελάνι.
γεωργίου vivlio_3_0
Η έκτη μέρα είναι ένα πεζογράφημα που ασχολείται με το κρίσιμο θέμα των ορίων ανάμεσα στη ζωή και στον θάνατο. Η Γεωργίου κατορθώνει με διαυγή και λιτό τρόπο να παρουσιάσει την περίπτωση ενός ανθρώπου ο οποίος είναι νεκρός αλλά εξακολουθεί να ζει όπως πριν από τον θάνατό του.
κολτσίδας βιβλίο
Τα ορεινά του Χρήστου Κολτσίδα είναι μία συλλογή ποιημάτων που ανήκουν στη σχετική ποιητική παράδοση του Μάρκου Μέσκου, του Μιχάλη Γκανά και του Τάσου Πορφύρη. Ο κόσμος αυτών των ποιημάτων είναι η ορεινή ελληνική ενδοχώρα και ο πόνος για την καταστροφή της.

ΚΡΑΤΙΚΟ ΕΙΔΙΚΟ ΒΡΑΒΕΙΟ ΣΕ ΛΟΓΟΤΕΧΝΗ ΤΟΥ ΟΠΟΙΟΥ ΤΟ ΒΙΒΛΙΟ ΠΡΟΑΓΕΙ ΣΗΜΑΝΤΙΚΑ ΤΟ ΔΙΑΛΟΓΟ ΠΑΝΩ ΣΕ ΕΥΑΙΣΘΗΤΑ ΚΟΙΝΩΝΙΚΑ ΖΗΤΗΜΑΤΑ

Στη Σοφία Νικολαΐδου, για το έργο της με τίτλο Καλά και σήμεραΕκδόσεις Μεταίχμιο.
nikolaidou1100new
Γραφή που διακρίνεται για την ευθύτητα και την τόλμη της για ένα εξαιρετικά ευαίσθητο προσωπικό θέμα, για το οποίο ο ευθύς δημόσιος λόγος σπανίζει, παρά τον μεγάλο αριθμό ανθρώπων που αφορά. Οι εγνωσμένες λογοτεχνικές αρετές της συγγραφέως σε συνδυασμό με την αμεσότητα της ημερολογιακής γραφής δημιουργούν ένα εξαιρετικά ενδιαφέρον και συναρπαστικό ανάγνωσμα.
Ορισμένα μέλη της Επιτροπής δεν ψήφισαν το συγκεκριμένο βιβλίο αλλά ούτε και πρότειναν κάποιο άλλο προς βράβευση.

ΤΙΜΗΤΙΚΕΣ ΔΙΑΚΡΙΣΕΙΣ

Η Επιτροπή εισηγείται την απονομή τιμητικής διάκρισης στα λογοτεχνικά περιοδικά «νέο επίπεδο» και «δίοδος» για τη συμβολή τους στην προβολή και διάδοση της ελληνικής λογοτεχνίας.
νεο επίπεδο
Το μεν νέο επίπεδο εκδόθηκε στις αρχές της δεκαετίας του 1980 και η συμβολή του επικεντρώνεται στα ενδιαφέροντα αφιερώματα για πρόσωπα και θέματα της λογοτεχνίας. Η δε δίοδος είναι ένα περιοδικό που αξίζει να προσεχθεί περισσότερο γιατί τόπος έκδοσής του είναι η Δράμα. Χωρίς αυτό να σημαίνει ότι δεν έχει πανελλήνια εμβέλεια, με συνεργασίες από λογοτέχνες και λογίους από όλη την Ελλάδα.
DIODOS 66100
***
Ο βραχύς κατάλογος των υποψηφίων προς βράβευση (για έργα που εκδόθηκαν το 2015), από τον οποίο επελέγησαν οι ανωτέρω βραβευθέντες είναι ο ακόλουθος (αλφαβητικά) :
Α. Υποψήφιοι για το Βραβείο Μυθιστορήματος :
·     Γαλανάκη Ρέα, Η άκρα ταπείνωση, Εκδόσεις Καστανιώτη
·     Γρηγοριάδης Θεόδωρος, Ζωή μεθόρια, Εκδόσεις Πατάκη
·     Θεοδωρόπουλος Τάκης, Βερονάλ, Εκδόσεις Μεταίχμιο
·     Παπαδάκη Κάλλια, Δενδρίτες, Εκδόσεις Πόλις
·     Σωτηρίου Κωνσταντία, Η Αϊσέ πάει διακοπές, Εκδόσεις Πατάκη
    Β. Υποψήφιοι για το Βραβείο Διηγήματος – Νουβέλας :
·     Ατζακάς Γιάννης, Λίγη φλόγα, πολλή στάχτη, Εκδόσεις`Αγρα
·     Κιτσοπούλου Λένα, Το μάτι του ψαριού, Εκδόσεις Μεταίχμιο
·     Μαρούτσου Έλενα, Οιχυδαίες ορχιδέες, Εκδόσεις Κίχλη
·     Παπαμόσχος Λ. Ηλίας, Η αλεπού της σκάλας και άλλες ιστορίες, Εκδόσεις Κίχλη
·     Πέτσα Βασιλική, Μόνο το αρνί, Εκδόσεις Πόλις
    Γ. Υποψήφιοι για το Βραβείο Ποίησης :
·     Αγγελής Δημήτρης, Ένα ελάφι δακρύζει πάνω στο κρεβάτι μου, Εκδόσεις Πόλις
·     Κολοτούρου Σοφία, Η τρίτη γενιά, Εκδόσεις Τυπωθήτω
·     Κούσουλας Λουκάς, Εν παραβολαίς, Εκδόσεις Τυπωθήτω
·     Μαρκόπουλος Θανάσης, Χαμηλά ποτάμια, Εκδόσεις Μελάνι
·     Παπαλεξάνδρου Αριστέα, Μας προσπερνά, Εκδόσεις Κέδρος
  Δ. Υποψήφιοι για το Βραβείο Δοκιμίου – Κριτικής :
·     Ανδρεάδης, Γιάγκος, Ο τραγικός καθρέφτης. Αφήγηση και θέατρο την εποχή της κρίσης, Εκδόσεις Ι. Σιδέρης
·     Αριστηνός, Γιώργος, Αφερέγγυοι και πλάνητες. Δοκίμια για τη λογοτεχνία και τον πολιτισμό, Εκδόσεις Κέδρος
·     Ζουμπουλάκης  Σταύρος, Υπό το φως του μυθιστορήματος, Εκδόσεις Πόλις
·     Κιουρτσάκης Γιάννης, Γυρεύοντας στην εξορία την πατρίδα σου, Εκδόσεις Πατάκη
·     Φωκάς  Νίκος,  Η μοναξιά της ποίησης, Εκδόσεις Νεφέλη
Ε. Υποψήφιοι για το Βραβείο Μαρτυρίας – Bιογραφίας – Χρονικού – Ταξιδιωτικής Λογοτεχνίας :
·     Βασιλικός  Βασίλης, Ημερολόγιο Θάσου, Εκδόσεις Gutenberg
·     Βέης Γιώργος, Παντού. Μαρτυρίες, μεταμορφώσεις, Εκδόσεις Κέδρος
·     Γεωργίου Λολίτα, Συρία. Χρονικό σε θαμπό καθρέφτη, Εκδόσεις Πατάκη
·     Καλογεροπούλου Ξένια, Γράμμα στον Κωστή, Εκδόσεις  Πατάκη
·     Χατζηδάκης Γιώργος, «Ω, άγιε αιθέρα…» [Ιστορία της Ελληνικής Ραδιοφωνίας], Εκδόσεις Polaris
   ΣΤ. Υποψήφιοι για το Βραβείο Πρωτοεμφανιζόμενου Συγγραφέα :
·      Αρχιμανδρίτη Μαρία, Η μοναξιά της καμπύλης, Εκδόσεις Κέδρος
·      Γεωργίου Βασιλεία, Η έκτη μέρα, Εκδόσεις Γαβριηλίδης
·      Καμπουράκης Γιάννης, Το φως αναλύεται σε χρώματα, Εκδόσεις Κέδρος
·      Κλιγκάτση Μαίρη, Πλευρικά, Εκδόσεις Γαβριηλίδης
·      Κολτσίδας Χρήστος, Τα ορεινά, Εκδόσεις Μελάνι
·      Κορρυβάντη Κωνσταντίνα, Μυθογονία, Εκδόσεις Μανδραγόρας
Τα μέλη της αρμόδιας επιτροπής είναι τα εξής:
1. Αλέξης Ζήρας, Συγγραφέας, Πρόεδρος.
2. Γιώργος Ανδρειωμένος, Καθηγητής του Τμήματος Φιλολογίας της Σχολής Ανθρωπιστικών Επιστημών και Πολιτισμικών Σπουδών του Πανεπιστημίου Πελοποννήσου, Μέλος ΔΕΠ, Αντιπρόεδρος.
3. Δημήτρης Καργιώτης, Αναπληρωτής Καθηγητής του Τμήματος Φιλολογίας της Φιλοσοφικής Σχολής του Πανεπιστημίου Ιωαννίνων, Μέλος ΔΕΠ
4. Έλλη Λεμονίδου, Επίκουρη Καθηγήτρια του Τμήματος Διαχείρισης Πολιτισμικού Περιβάλλοντος και Νέων Τεχνολογιών, του Πανεπιστημίου Πατρών, Μέλος ΔΕΠ
5. Μαρία Σκιαδαρέση, Συγγραφέας, Μέλος.
6. Πόλυ Χατζημανωλάκη, Κριτικός Λογοτεχνίας
7. Γιάννης Τσίρμπας, Συγγραφέας
8. Λάμπρος Σκουζάκης, Κριτικός Λογοτεχνίας, Μέλος
9. Νένα Κοκκινάκη, Κριτικός Λογοτεχνίας, Μέλος