Δευτέρα, 17 Ιουλίου 2017

Κριτική για την Καινούργια πόλη στην Καθημερινή

Λίνα Πανταλέων
Ένα μυθικό τοπίο
Η​​ καινούργια πόλη του μυθιστορήματος είναι μια πόλη παλιά, χαμένη μαζί με τα μεγαλεία της. Πρόκειται για την Αθήνα της δεκαετίας του ’90, ματαιόδοξη και αλλοπαρμένη, ζαλισμένη από τον παροξυσμό κέρδους και αλλαγής. Ο ήρωας φτάνει μαζί με τη μητέρα του σε αυτήν την αμέριμνη, φιλήδονη πόλη αναζητώντας καταφύγιο, ένα μέρος να περιθάλψει το παρελθόν και τις ανοιχτές ιστορίες του. Φιλόλογος, με γνώσεις φιλοσοφίας, κουβαλά στις αποσκευές του καλλιτεχνικές προσδοκίες, έναν τυραννικό νεκρό, σκιώδεις φοιτητικές βραδιές στο Βαρδάρι και έναν ημιτελή σουηδικό έρωτα. Η μετακίνησή του από τον Βορρά της Ευρώπης στις νότιες εσχατιές της δεν τον γλιτώνει από όσα λαχταρά να εγκαταλείψει. Μπορεί για λίγο να παρασύρεται από την έξαλλη υπερκινησία της πόλης, αλλά τα βήματά του ακινητούν σε άλλα μέρη, του νου και της μνήμης.
Στο μυθιστόρημα του Θεόδωρου Γρηγοριάδη γοητεύει η εξεικόνιση της αθηναϊκής υστερίας. Ο συγγραφέας μεταφέρει πολύ ζωηρά την ηδονοθηρία εκείνης της εποχής, την «αφύσικη αισιοδοξία» της, την «ανεξέλεγκτη μέθη» της, τον πάνδημο σχεδόν ενθουσιασμό για τη θεόσταλτη, θαρρείς, ευημερία, την ανάδυση μιας πολύφερνης «αγοράς», τη «χρηματική αναστάτωση την οποία όλοι εκλάμβαναν ως αναβάθμιση», την αδημονία της πόλης να προβάλει «ένα καινούργιο ή πιο εναλλακτικό πρόσωπο».
Ο ήρωας του βιβλίου, ο Μανόλης, τριγυρίζει με το βλέμμα τού αλλοφερμένου σε αυτή την υπό ανακαίνιση πρωτεύουσα, λαχταρώντας άλλα τοπία, απαλές γραμμές στον ορίζοντα και ήσυχα ρυάκια να αρδεύουν φιλοσοφικές φιλονικίες. Ομως, τα τοπία εκείνα των διαβασμάτων σκεπάζονταν από τον κονιορτό των εργολαβιών, τα λόγχιζαν «θεριεμένες σιδεριές και τσιμεντένιες επιστρώσεις», πνίγονταν στην αποφορά της πόλης, «μια περίεργη μυρωδιά», «αστική, μεταβιομηχανική, εργολαβική». Καθώς περιπλανιόταν στους δρόμους, ο Μανόλης πάλευε να ανακαλέσει τη γεωγραφία των πλατωνικών διαλόγων, αλλά κυρίως πάλευε να φύγει όσο το δυνατόν μακρύτερα από έναν νεκρό που καταδίωκε εκείνον και τη μητέρα του. «Παντού ερείπια, μνήμες παλιές και νεότερες, θαμμένες στο χώμα και στο μυαλό».
Η σχέση γιου και μητέρας είναι ένα από τα πιο ενδιαφέροντα στοιχεία του βιβλίου. Οι υπόκωφες εντάσεις μεταξύ τους, η αλληλεξάρτησή τους, η αφοσίωση του ενός στην άλλη, υποθάλπουν ένα αίσθημα συνενοχής. Μοιράζονταν «έναν τραγικό άνθρωπο», έναν νεκρό. Η μητέρα, προφυλαγμένη από την απεγνωσμένη της φιλαρέσκεια, κατάφερνε να του ξεφεύγει, αλλά ο γιος της δεν γλίτωνε από τη μορφή του που τον επισκεπτόταν τις νύχτες σαν Ερινύα.
Συχνά ερχόταν και ξάπλωνε δίπλα του ο πνιγμένος που παρέμενε αβύθιστος στη μνήμη. Αλλά και όταν ακόμη ο νεκρός επισκέπτης απουσίαζε από το κρεβάτι, «εκεί δίπλα του, έχασκε ένα κενό τόσο απότομο, που πολλές φορές γραπωνόταν από την πλευρά του κρεβατιού στη δική του μεριά για να μην κατρακυλήσει στο βάθος του». Αν τις νύχτες του τυραννούσε ένας νεκρός, τις μέρες του παρηγορούσε μια άλλη μορφή, καταυγασμένη από το αττικό φως, μια μορφή λυρική, υπερχρονική και ρέουσα. Ανιχνεύοντας πλατωνικές διαδρομές στα ανασκαμμένα χώματα της πρωτεύουσας, ο Μανόλης είχε συναντήσει στο άλσος της Ακαδημίας Πλάτωνος έναν νεαρό δρομέα, που σαν να περιφρονούσε τη δική του βραδυπορία στο επείγον παρόν, τον προσπερνούσε, αφήνοντας τον αέρα να χαράζει πίσω του «σημάδια στο απέραντο», ενσαρκώνοντας την ίδια στιγμή «μια μεταφορά της ιδέας του άλλου». Καθώς ο ήρωας τον έβλεπε να χάνεται σε ένα αρχαίο τοπίο, φανταζόταν τις κινήσεις των μελών του βγαλμένες από αττικά αγγεία.
Οταν στο τέλος του μυθιστορήματος, σπρωγμένος από το πλάνταγμα των σωθικών της πόλης, που τη συντάραζε ο σεισμός του 1999, ο Μανόλης αρχίζει να τρέχει στους δρόμους σαν τον δρομέα της Ακαδημίας Πλάτωνος, έχει την αίσθηση πως αυτό που άφηνε πίσω του έμοιαζε ήδη «με μια άλλη, μια καινούργια πόλη». Εμείς, βέβαια, ξέρουμε πως αυτή η καινούργια πόλη που σε μια πενταετία μετά τον σεισμό έφτασε στο απόγειο της ματαιοδοξίας της, δεν υπάρχει πια. Ανήκει στα ερείπια του αγλαούς παρελθόντος που θέλγουν τον ήρωα. Ως μυθική προσφέρεται για μυθιστορήματα.

Δεν υπάρχουν σχόλια: